- ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ, ΜΥΘΟΙ, ΗΘΗ & ΕΘΙΜΑ ΕΛΛΗΝΩΝ. - .-= ΜΥΘΟΣ & ΘΡΗΣΚΕΙΑ =-.
Για την αξία της θα δανεισθώ την γνώμη του Νικολάου Βέη, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «χρονικό του Πόντου», τεύχος 1, 1943, σ. 3-5.
«χωρίς άλλο η ποντιακή λαογραφία θα βοηθήσει στη διαφώτιση πολλών ζητημάτων της ζωής ολόκληρης της Ελληνικής φυλής και στους νεότερους χρόνους»
Ελπίζοντας στη γόνιμη συμμετοχή, μένω υπόχρεος εκ των προτέρων και ζητώ συγγνώμη για παραλείψεις από τη μεριά μου οι περισσότερες των οποίων θα οφείλονται σε έλλειψη χρόνου.
Όσοι πιστοί προσέλθετε.
Ο χρόνος για τους Ρωμαίους άρχιζε από τον Μάρτιο. Έτσι ο Δεκέμβριος , ήταν ο Δέκατος μήνας του χρόνου. Αυτό ακριβώς σημαίνει και το όνομά του που προέρχεται από τη λατινική λέξη decem που σημαίνει δέκα.
Δωδέκατος μήνας έγινε στο Γρηγοριανό ημερολόγιο.
Το Δεκέμβριο γίνονται οι χειμερινές τροπές του ήλιου που πάει στον αστερισμό του Αιγόκερου από τον αστερισμό του τοξότη.
Στις 22 Δεκεμβρίου είχαμε την μικρότερη μέρα του χρόνου και τότε η χειμερινή τροπή του ηλιοστασίου.
Ο Δεκέμβριος αντιστοιχεί στο Αττικό ημερολόγιο με τον Ποσειδεώνα.
Ο Δεκέμβριος από τους Ρωμαίους ήταν αφιερωμένος στον Κρόνο προς τιμήν του οποίου γιόρταζαν τα Σατουρνάλια που ξεκινούσαν από τις 17 του μηνός.
Πίστευαν ότι στις 25 του μηνός ο Ήλιος αναγεννιέται και αποκτάει καινούργιες δυνάμεις. Γι αυτό και τότε γιόρταζαν τα γενέθλια του αήττητου ήλιου.
Η εκκλησία μας , με βάση το γεγονός αυτό πού ήταν βαθιά ριζωμένο στη λαική συνείδηση καθιέρωσε μια χριστιανική γιορτή.
Τέτοια γιορτή που ταίριαζε στην αντικατάσταση αυτή θεωρήθηκε πως είναι η γέννηση του Χριστού, γιατί ο Χριστός είναι ο ζωοδότης ήλιος, ο ήλιος της δικαιοσύνης.
Γι αυτό ο Δεκέμβριος σε πολλά μέρη πήρε το όνομά του από τη μεγάλη γιορτή και αποκαλείται Χριστουγεννάρης.
Στον Πόντο ο μήνας Δεκέμβριος μετονομάστηκε σε Χριστιαννάρτς.
Εχθές μάλιστα έτυχε να αναφερθώ στα Σατουρνάλια και στην εορτή του Αήττητου Ήλιου (Sol Invictus) σε ένα μήνυμα που έστειλα εδώ.
Έχεις δίκιο που αναφέρεις ότι ο Δεκέμβριος ήταν ο δέκατος μήνας για τους Ρωμαίους, κι άλλοι μήνες (Σεπτέμβριος, Οκτώβριος, Νοέμβριος) έχουν ετυμολική προέλευση από τους αριθμούς 7, 8 & 9 αντίστοιχα.
Δυστυχώς τα λατινικά μου δεν είναι σε τόσο καλή φόρμα οπότε δεν επιχειρώ να αναφέρω τα αντίστοιχα αριθμητικά στα λατινικά. ![]()
Θα ήθελα μόνο να θέσω ένα ερώτημα σε κάτι που αναφέρεις:
quote:
Στις 22 Δεκεμβρίου είχαμε την μικρότερη μέρα του χρόνου και τότε η χειμερινή τροπή του ηλιοστασίου.
Μήπως η ημερομηνία αυτή ήταν η 21η κι όχι η 22η Δεκέμβρη;

In anticipation of my resurrection...
Μήπως η ημερομηνία αυτή ήταν η 21η κι όχι η 22η Δεκέμβρη;
Αγαπητέ δεν είμαι απολύτως σίγουρος, παρακαλώ ας με διορθώσει κάποιος αν κάνω λάθος.
Την παραμονή σταματούσαν κάθε εξωτερική δουλειά και απλά συμπλήρωναν τις τελευταίες λεπτομέρειες για τη μεγάλη γιορτή.
Τα κάλαντα τα έλεγαν τα παιδιά συνήθως το απόγευμα ή το βράδυ της παραμονής και στις 4 το πρωί κτυπούσε η καμπάνα για να πάνε στη εκκλησία.
Την ημέρα αυτή όλοι θα φορούσαν καινούργια ρούχα και παπούτσια και θα ετοίμαζαν τα πιο καλά φαγητά,
Σε πολλά μέρη έβαζαν στο τζάκι ένα κούτσουρα το «χριστοκούρ’» το οποίο άναβαν μόλις χτυπούσε η καμπάνα και θα κρατούσαν αναμμένη τη φωτιά τρείς μέρες τα «Χριστουήμερα» όπως έλεγαν τις τρείς μέρες των χριστουγέννων.
Κατά πληροφορίες του Ανανία Νικολαΐδη για γούρι, σε άλλες περιοχές το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων έκαιγαν στην φωτιά ένα χλωρό κλαδί από απιδιά και το νέο έτος από μηλιά. Μάλιστα πρόσεχαν να καίγεται όρθιο και να μην πέσει γιατί πίστευαν πως θα χαλάσει το γούρι.
Ένα έθιμο πού παρέδωσε ο ιερέας Δ. Μουσαηλίδης είναι πως από το βράδυ τα παιδιά της ευρείας οικογένειας, έκοβαν κλαδιά αχλαδιάς πού τα καβαλούσαν (σαν άλογα), έφταναν στη πόρτα του σπιτιού και μπαίνοντας φώναζαν « Χριστούγεννα και κάλαντα και φώτα και καλοχρονία και καλοκαρδία και να ζήσει ο πατέρας και η μητέρα και όλοι οι σπιτικοί».
Μόλις έμπαιναν στο σπίτι ο πατέρας τους έδινε φιλοδώρημα μετά έπαιρνε τα φανταστικά άλογα κάρφωνε στο δήθεν στόμα τους από μια μπουκιά ψωμί και τα έβαζε κοντά στυο τραπέζι, οπότε άρχιζαν το φαγητό.
Ένα σημαντικό έθιμο των Χριστουγέννων στον πόντο είναι και οι Μωμόγεροι «εποίναν τοι Μωμοέρτς», ένα σημαντικό έθιμο, για το οποίο αξίζει να μιλήσουμε σε μια επόμενη αναφορά.
Στη Ροδόπολη του Πόντου όλοι συγκεντρώνονταν σε κοινό τραπέζι στη μέση του οποίου έβαζαν ένα κλαδί μηλιάς που το έφερνε το πιο μικρό παιδί , το οποίο φιλοδωρούσαν ο παππούς και η γιαγιά, πιστεύονταν ότι έφερνε ευτυχία.
Επίσης διασώζονται τραγούδια της Χαλδίας, τα οποία παρακινούν τις νέες κοπέλες να λάβουν υπόψη τους τον γάμο, «έπαρ τη χαράν σ’ ομμάτ’ τα’ς»
Μέσα στα έθιμα των ημερών είναι και τα κάλαντα.
Κάθε περιοχή έχει και τα δικά της κάλαντα, ή τα γνωστά κάλαντα με λίγο αλλαγμένους τους στίχους.
Υπάρχουν όμως και τα Βυζαντινά κάλαντα (Κοτυώρων Πόντου), που είναι τελείως διαφορετικά από αυτά που γνωρίζουμε, γι αυτό και τα αναφέρω, χαρακτηριστικό τους είναι ότι θυμίζουν αλφαβητάρι, κάθε στίχος τους ξεκινάει από ένα γράμμα του αλφαβήτου κατά σειρά, με Θεολογικό περιεχόμενο.
Άναρχος Θεός καταβέβηκεν και εν τη Παρθένω κατώκησεν
Βασιλεύς των όλων και Κύριος, ήλθε τον Αδάμ αναπλάσασθαί
Γηγενείς σκιρτάτε και χαίρεσθε, τάξεις των αγγέλων ευφραίνεσθε
Δέξαι Βηθλεεμ τον Δεσπότην σου, Βασιλέα πάντω και Κύριον
Εξ ανατολών Μάγοι έρχονται, δώρα προσκομίζοντες άξια
Ζητούν προσκυνήσαι τον Κύριον, τον εν τω σπηλαίω τικτόμενον
Ήνεγγεν αστήρν μάγους οδηγών, ένδον του σπηλαίου εκόμισεν
Θεός, βασιλεύς προαιώνιος, τίκτεται εκ κόρης Θεόπαιδος
Ιδών ο Ηρώδης ως έμαθεν, όλω εξεπλάγη ο δείλαιος
Κράζει και βοά προς τους ιερείς, τους δοξολογούντας τον Κύριον
Λέγετε σοφοί και διδάκαλοι άρα που γεννάται ο Κύριος;
Μέγα και φρικτόν το τεράστιον, ο εν ουρανοίς επεδήμησεν
Νύκτα Ιωσήφ ρήμα ήκουσε, άγγελος Κυρίου ελάλησεν
Ξένον και παράδοξον άκουσμα και η συγκατάβασις άρρητος
Ο μακροθυμίσας και εύσπλαχνος, πάντων υπομένει τα πταίσματα
Πάλιν ουρανοί ανεώχθησαν άγγλοι αυτού ανυμνήτωσαν
Ρήτορες ελθόντες προσέπεσον βασιλέα μέγαν και ένδοξον
Σήμερον η κτίσις αγάλλεται και πανηγύρίζει κι ευφραίνεται
Τάξεις των αγγέλων εξέστησαν επί το παράδοξον θέαμα
Ύμνους και δεήσεις ανέμελπον των πάντων δεσπότην και άνακτα
Φως εν τω σπηλαίω ανέτειλε και τοις εν τω σκότει επέλαμψε
Χαίρουσα η φύσις αγάλλεται και πανηγυρίζει κι ευφραίνεται
Ψάλλοντες Χριστόν, τον Θεόν ημών, τον εν τω σπηλαίω τικτόμενον
Ω Παρθενομήτορ και Δέσποινα, σώζε του εις Σε καταφεύγοντας

Γνώριζα ότι το Χειμερινό Ηλιοστάσιο είναι στις 21 Δεκεμβρίου, μετά όμως σκέφθηκα ότι κάποια έτη αυτή η ημερομηνία μπορεί και να μετατοπίζεται στην επόμενη ημέρα.
Είναι πολύ πιθανόν λοιπόν να έχουμε και την 22η Δεκεμβρίου ως ημερομηνία του Χειμερινού Ηλιοστασίου.
Από το Χειμερινό Ηλιοστάσιο έως το Θερινό (21 Ιουνίου) η ημέρα μεγαλώνει κι η νύχτα μικραίνει.
Αυτός είναι κι ο βασικότερος λόγος που είχαμε στις 25 Δεκεμβρίου και την εορτή του Sol Invictus.
Δυστυχώς δεν γνωρίζω πολλά σχετικά με τη λαογραφία του Πόντου οπότε θα διαβάζω με προσοχή τα στοιχεία που παρατίθενται σχετικά μ' αυτήν!
Εάν τύχει να αναφερθούν κάποια ήθη κι έθιμα σχετικά με περιοχές που γνωρίζω, θα δώσω κι εγώ τα φώτα μου! ![]()

In anticipation of my resurrection...
Επίσης έχω διαβάσει για το Βυζάντιο ότι υπήρχε μια άλλη γιορτή τα Μπρουμάλια, ξεκινούσαν στις 25 Δεκέμβρη η ονομασία τους προέρχεται από την λατινική λέξη Bruma που υποδηλώνει την μικρότερη ημέρα. Η 25 Δεκεμβρίου ήταν επίσης η ημέρα που γιορτάζονταν η γέννηση του του Μίθρα (του Αήττητου Ήλιου). Η γιορτή αυτή συνδυαζόταν με τα Ελληνικά Κρόνια (12η Εκατομβαιώνος), με σημαντικές επιδράσεις από τις γιορτές της Δήμητρας και του Διονύσου.Στο Βυζάντιο, τα Βρουμάλια άρχιζαν στις 24 Δεκεμβρίου και διαρκούσαν ως τις 17 Ιανουαρίου, δηλαδή 24 ημέρες, έτσι ώστε την πρώτη ημέρα τους να γιορτάζουν όσοι το όνομά τους άρχιζε από “Α”, τη δεύτερη ημέρα όσοι το όνομά τους άρχιζε από “Β” κ.ο.κ. μέχρι να εξαντληθεί το αλφάβητο. Μήπως από εδώ δανείστηκαν την ιδέα των γραμματών στα Βυζαντινά κάλαντα που τα είχα αναφέρει πιο πάνω;

Edited by - keraynos on 25/12/2007 14:26:48
Οι Νύμφες ήτανε θεότητες των γλυκών νερών .
Συνήθως όμως θεωρούνταν κόρες του θεού-ποταμού της περιοχής. Κατοικούσαν κοντά στους ποταμούς αλλά και στα βουνά από όπου πηγάζουν οι ποταμοί. Έτσι, έχουμε τις Ορεστιάδες (Νύμφες των δασών), τις Ναϊάδες (Νύμφες των ποταμών και των πηγών) και τις Αμαδρυάδες (Νύμφες των δένδρων).
Οι νύμφες κατά τον Όμηρο είναι οι θυγατέρες του Δία Αιγιόχου του θεού της θύελλας .
Οι νύμφες αν και γεννήθηκαν στον ουρανό κατέληξαν τελικά να κατοικούνε σε "εξαίσια δάση, στις πηγές ποταμών και στα καταπράσινα λιβάδια".
Είχαν και προφητικές ικανότητες και εκτελούσαν χρέη διερμηνέων της θέλησης των θεών. Μερικές φορές όμως τις έπιανε το σκανταλιάρικό τους και τότε έλεγαν στους ανθρώπους τρελά πράγματα, με αποτέλεσμα αυτοί να χάνουν τα λογικά τους.
Σε όλα τα μέρη της Ελλάδας οι σπηλιές που ο υγρός τους θόλος στάζει νερό στάλα-στάλα για να σχηματιστούν σταλακτίτες, προπαντός οι πολύ μικρές σπηλιές και οι κοιλότητες των Βράχων όπου αναβλύζουν οι πηγές ήταν η φυσική κατοικία των Ναϊάδων, των παρθένων των τρεχούμενων νερών .
Θεωρείται πάντοτε επικίνδυνο να τις συναντήσει κανείς, αφού υπάρχουν ακόμη οι μύθοι για τους "νεραϊδοπαρμένους", όπως ήταν ο Ύλας στην αρχαιότητα. Μόνο οι σαββατογεννημένοι και (αλαφροΐσκιωτοι) μπορούν να τις αντιλαμβάνονται και να τις βλέπουν να χορεύουν.
Υπάρχει μάλιστα και ένας μύθος που ο Ερυσίχθονας μπήκε σε ένα δάσος αφιερωμένο στην Δήμητρα και άρχισε να κόβει την πιο ψηλή βελανιδιά για να φτιάξει την ξύλινη διακόσμηση της αίθουσας συμποσίων. Η νύμφη που ήταν το πνεύμα του δένδρου τον παρακάλεσε να σταματήσει, αλλά αυτός αρνήθηκε. Έτσι λοιπόν η νύμφη και οι αδερφές της πήγαν στην Δήμητρα κλαίγοντας για εκδίκηση και η θεά τιμώρησε των Ερυσίχθονα, με το να πεινά και να μην χορταίνει ποτέ. Κατά συνέπεια ο καταστροφέας του δάσους τιμωρήθηκε τελικά "η φύση εκδικείται " και ειδικά στην εποχή μας από αυτούς που δεν τη σέβονται απορροφημένοι από την μανία της κατανάλωσης .

Τέτοια λαϊκά δρώμενα με εθιμικό πανάρχαιο χαρακτήρα είναι το Μωμοέρια και το έθιμο της αι(γ)ιδίτσας.
Η λέξη μωμοέρια προέρχεται από το αρχαϊκό Μώμος που είναι η προσωποποίηση του σκώμματος.
Τα Μωμοέρια αποτελούνταν από μια μεγάλη ομάδα κωμικών προσώπων που ήταν π.χ. ο βασιλιάς-δικαστής, ο υπασπιστής, η νύφη (την υποδυόταν νέος άνδρας), ο γιατρός, ο διάβολος, ο γέρος, η γριά, η αρκούδα και ο αστυνομικός με την ομάδα του.
Ντύνονταν με παλιά ρούχα και φουστανέλες κρεμούσαν κουδούνια και σκέπαζαν το προσωπό τους με μουτσούνες (μάσκες).
Με την συνοδεία της λύρας και του τύμπανου παίζοντας συγκεκριμένους οργιαστικούς σκοπούς και έπαιζαν κωμικές σκηνές.
Στην αρχή της παράστασης χόρευε ο αστυνομικός στο σκοπό του πυρρίχιου χορού (σέρα) ανεμίζοντας το σπαθί του, μετά έμπαινε στο χορό ο υπασπιστής με την νύφη και η αρκούδα.
Ο γέρος μάλωνε με την γριά με κωμικούς διαλόγους. Εκαλείτο ο γιατρός.
Ο υπασπιστής έκανε απαγωγή της νύφης και την εύρισκε κρυμμένη ο διάβολος.
Όλα τα μέλη του λαϊκού θιάσου άρχιζαν ομηρικές μάχες μεταξύ τους , με διασκεδαστικό τρόπο.
Ο βασιλιάς-δικαστής δίκαζε τα επεισόδια.
Ο θίασος περιφέρονταν στα διάφορα σπίτια με όργανα και φιλοδωρούσαν με χρήματα, τρόφιμα και ιδιαίτερα με ποτά.
Έτσι οι νέοι είχαν την ευκαιρία να μπαίνουν σε όλα τα σπίτια και να βλέπουν ανενόχλητοι τα όμορφα κορίτσια.
Κατά τις επισκέψεις αυτές άρχιζε ένας διασκεδαστικός διάλογος καθώς οι ένοικοι του σπιτιού προσπαθούσαν να αναγνωρίσουν τους μεταμφιεσμένους νέους.
Στις ερωτήσεις προς τον μωμόγερο , ποιος ήταν από πού ερχόταν και που πήγαινε απαντούσε:
«ποίος είμαι; Κανείς κ’ είμαι
Σου κοσμί την τσάρχαν κείμαι!
Οθεν έρχουμ’ εκεί πάγω
Κ’ ήντιαν έν γραφτό αυτάγω!
Τ’ όνεμα μ’ π’ αν θελτς να παίρ’ ς,
Αδελφό μ’ έτον Οπέρ’ σ’!
Έρθα ‘γώ κι ακούγω Οφέτος
Κ’ έχω ημέρας με το μέτρος».
Μετάφραση:
«Ποιος είμαι; Κανένας δεν είμαι.
Βρίσκομαι στου κόσμου τον τροχό!
Απ’ όπου έρχομαι εκεί πηγαίνω
Και ότι είναι γραφτό εκείνο κάνω.
Αδελφός μου ήτανε ο Πέρσι!
Ήρθα εγώ και με λένε Φέτος
Και έχω ημέρες που μετριούνται».
Επίσης σε πεζό λόγο , υποδυόμενοι τον νέο χρόνο που έρχεται έλεγαν τα εξής:
«απόψε πέθανε ο αδελφός μου και μπήκα εγώ στη θέση του. Γυρίζω με πολλά πρόσωπα και γράφω τα σπίτια, εκείνον να συγχωρήσουν και μαζί μου να χαρούν όσο μπορούν».
Επίσης εύχονταν από βάθους καρδίας σε όλους «χίλια κάλαντα και μύριες Πασκαλιές).
Στην παράσταση των Μωμόγερων οι νέοι συμμετείχαν με μεγάλη προθυμία γιατί όχι μόνο θα γύριζε όλα τα σπίτια, αλλά και γιατί όπως ήταν μεθυσμένοι συνήθως διασκέδαζαν και τους «επιτρέπονταν» αρκετές παρεκτροπές.
«Ας έμ ‘ένας μωμόερος τα πόστα (δέρματα) τυλιγμένος
Θ΄ελάσκουμε (γυρνούσα) τα κάλαντα σα πόρτας μεθυσμένος».
"Μια λαϊκή μας παράδοση που είχε διατηρηθεί μέχρι και πρόσφατα, ειδικά στα χωριά που (είχαν) ακόμα επαφή με την φύση… . ήτανε οι νύμφες (νεράιδες) .
Οι Νύμφες ήτανε θεότητες των γλυκών νερών"
Αγαπητέ elo ευχαριστώ για την συνεισφορά σου στο θέμα.
Αυτές τις μέρες όμως μάλλον πρέπει να μιλήσουμε όχι για τις νεράιδες, αλλά για τους καλικάντζαρους οι οποίοι τo "Δωδεκαήμερο" έχουν την …..τιμητική τους.
«Δωδεκαήμερο» αποκαλείτε το διάστημα από 25 Δεκεμβρίου μέχρι 6 Ιανουαρίου. Είναι οι μέρες που συμπίπτουν τρείς μεγάλες γιορτές: η γέννηση του Χριστού η πρωτοχρονιά και τα φώτα.
Ο Γ. Μέγας αναφέρει πως και οι τρείς ημερομηνίες των εορτών αυτών θεωρούνταν σαν αρχή του χρόνου μέχρι το 354, οπότε και χωρίστηκαν. Έτσι εξηγείται το γεγονός ότι έχουμε κάλαντα και τις τρείς αυτές εορτές που εύχονται καλοτυχία, ευημερία, υγεία και ευτυχία.
Το « Δωδεκαήμερο» είναι μια χρονική έννοια δεισιδαιμονική, όχι μόνο για τους Έλληνες αλλά και για πολλούς άλλους λαούς.
Σε πολλά μέρη του Πόντου το «δωδεκαήμερο» λέγονταν «Καλαντόφωτα». Ιδιαίτερα στη Κρώμνη και σε άλλα μέρη της Χαλδίας ονομάζονταν «πιζήαλα» και στα Σούρμενα τα «αρζιβούτσι».
Στον πόντο επικρατούσε η δοξασία ότι στο διάστημα αυτό γίνονταν κάποια σημαντική μεταβολή στην εξέλιξη της ζωής πάνω στη γή.
Πίστευαν και εδώ, όπως και σε άλλα μέρη της Ελλάδας, ότι με τη γέννηση του Χριστού, όλα τα πονηρά πνεύματα αποκτούσαν πλήρη ελευθερία δράσης.
Τα πονηρά αυτά πνεύματα τα χώριζαν σε μάισες (τζαζούδες και περήδες) που έπνιγαν τα βρέφη, σε διαβόλ’ «για να εβγάλνε ας σην στραταν» τους μεγάλους, σε «χοτλάχ’ς» για να τρομάζουν τον κόσμο και τέλος στους «κοντολόζ’» για να πειράζουν όλους.
Οι κοντολοζ’ είναι αντίστοιχοι με τους καλικαντζάρους και λέγονται πιζήαλα ή πίζηλα και επίζηλα.
Πιστεύανε λοιπόν ότι από τη γέννηση του Χριστού μέχρι τα φώτα βγαίνουν οι καλικάντζαροι από τα καταχθόνια της γής και περιφέρονται για να εξαφανισθούν τα Φώτα, μόλις αγιαστεί ο κόσμος.
Ο πατέρας της Ελληνικής λαογραφίας Ν. Πολίτης μας παραδίδει ότι «έρχονται από τη γη από κάτω. Όλο το χρόνο πελεκούν με τα τσεκούρια να κόψουν το δέντρο που βαστάει τη γη αλλά, όταν κοντεύουν να το κόψουν έρχεται ο Χριστός και μονομιάς ξαναγίνεται το δέντρο και τότε τα δαιμόνια χιμούν στη γη επάνω και πειράζουν τους ανθρώπους».
Η Άλκη Κυριακίδη Νέστωρος μας λέει πως οι καλικάντζαροι συμβολίζουν το σκοτάδι και ζουν στα έγκατα της γης. Το δένδρο που πριονίζουν είναι ο ήλιος που χάρη σε αυτόν υπάρχει η ζωή πάνω στη γη.
Κατά διάφορες ελληνικές παραδόσεις οι καλικάντζαροι ήταν άνθρωποι με κακιά μοίρα μεταμορφωμένοι σε δαιμόνια, γίνονται δε καλικάντζαροι αυτοί που έχουν γεννηθεί μέσα στο Δωδεκαήμερο εκτός και αν βαπτισθούν αμέσως, ή εκείνοι στους οποίους ο ιερέας δεν ανέγνωσε σωστά τις ευχές του βαπτίσματος, τα τερατώδη βρέφη, ή κατά τους Σιφναίους όσοι πέθαναν στο Δωδεκαήμερο (25 Δεκεμβρίου - 6 Ιανουαρίου) ή αυτοκτόνησαν .
Καθένας από τους καλικάντζαρους έχει κι απ'ένα κουσούρι. Κουτσοί, στραβοί, με ένα μάτι, μονοπόδαροι, στραβοπόδαροι, ξεπλατισμένοι .
Επίσης, μεταξύ τους είναι διχόγνωμοι, και έτσι δεν μπορούν να κάνουν μέχρι το τέλος καμιά δουλειά κι όλα τα αφήνουν στη μέση, γι' αυτό δεν μπορούν να κάνουν κακό και στους ανθρώπους, αν και έχουν μεγάλη επιθυμία. Οι καλικάντζαροι από ότι λέγεται είναι μαυριδεροί, με κόκκινα μάτια, τραγίσια πόδια, χέρια σαν της μαϊμούς και με τριχωτό όλο τους το σώμα.
Την παραμονή των Χριστουγέννων, έρχονται απ'έξω απ'το χωριό και περιμένουν να σμίξει η μέρα με τη νύχτα για να μπουν μέσα. Είναι κακά και πονηρά όντα, μα δεν μπορούν να βλάψουν τους ανθρώπους, γι αυτό και οι γυναίκες ακόμα τα περιπαίζουν και τα βρίζουν και τα λεν σταχτοπόδηδες, σταχτιάδες, κατουρλήδες .
Λένε πως μερικοί από τους καλικάντζαρους έχουν στη ράχη τους από φυσικού τους μια κούνια αγκαθερή και σ'αυτήν βάνουν όσα παιδιά αρπάζουν και τα κουνούν για να ματώνουν τα παιδιά απ' τ 'αγκάθια και να πίνουν αυτοί το αίμα. Συνήθως δεν αφήνουν μαλλί πάνω στη ρόκα οι νοικοκυρές αυτές τις μέρες, γιατί οι κατουρλήδες, έρχονται και προσπαθούν να γνέσουν κι αυτοί, το στρίβουν το πετάνε, το,μπερδεύουν κι έτσι το μαλλί είναι για πέταμα.
Φεύγετε να φεύγωμε
έρχεται ο τρελόπαπας
με την αγιαστούρα του
και με τη βρεχτούρα του.
Μας άγιασε μας έβρεξε
και μας, μας εκατέκαψε ![]()
![]()

quote:
Λένε πως μερικοί από τους καλικάντζαρους έχουν στη ράχη τους από φυσικού τους μια κούνια αγκαθερή και σ'αυτήν βάνουν όσα παιδιά αρπάζουν και τα κουνούν για να ματώνουν τα παιδιά απ' τ 'αγκάθια και να πίνουν αυτοί το αίμα.
Μα, αφού δε μπορούν να βλάψουν τους ανθρώπους πίνουν το αίμα από τα μωρά; ![]()
![]()
Στα όσα παραθέσατε για τους καλικάντζαρους, να προσθέσω μόνο τη λαϊκή μας παράδοση που τους θέλει να "μαγαρίζουν" το φαγητό μας με τις ακαθαρσίες τους αλλά και να προσπαθούν να πριονίσουν τα θεμέλια της Γης κατά την διάρκεια του δωδεκαήμερου.
Από την στιγμή που κρύβονται πάλι στα έγκατα της Γης στις 6 Ιανουαρίου τα θεμέλια γίνονται όπως και πριν κι έτσι η προσπάθεια τους είναι από πριν καταδικασμένη.

In anticipation of my resurrection...
Στην Σάντα πίστευαν ότι όταν βγαίνουν πάνω στη γή, ουρλιάζουν απαίσια και προσπαθούν να μολύνουν με τα περιττώματά τους τα τρόφιμα, να σκορπίσουν το αλεύρι, να χύσουν νερό στο πάτωμα, να σταματήσουν το νερό της βρύσης.
πίστευαν πως είναι σκελετωμένοι, αδύνατοι, φορούν βρώμικα ρούχα, είναι κουτσοί, τσεβδοί, μονόφθαλμοι, με ουρές, ότι είναι πολύ ευκίνητοι και ικανοί να σκαρφαλώνουν στους τοίχους, αλλά πολύ φοβητσιάρηδες και με μια βιτσιά γίνονται άφαντοι.
Στο Σταυρίν εκτός από τα πιο πάνω φαντάζονταν ότι παρουσιάζονται και σαν άνθρωποι, σαν ζώα και σαν περίεργα πουλιά, ότι εμφανίζονται κατά τις σκοτεινές νύχτες στους ανθρώπους σαν παράξενα φαντάσματα.
Στη Γαλίαινα πίστευαν ότι τα κακά πνεύματα τις νύχτες του Δωδεκαήμερου ήταν ελεύθερα και πανταχού παρόντα και γι’ αυτό κανείς δεν έπρεπε να βραδιαστεί μακριά από το χωριό ή στο δάσος.
Στον Πόντο όποιος ήθελε να αποφύγει την επίσκεψη των καλικαντζάρων έπρεπε:
1. Να μη σβήσει την λάμπα, και αν ήταν ανάγκη να βγεί από το σπίτι, έπρεπε να κρατάει φανάρι αναμμένο η δαυλό.
2. Το βράδυ της παραμονής των Χριστουγένων άναβαν στο τζάκι το «Χριστοκούρ» ένα χοντρό κούτσουρο και πριν καεί το αντικαθιστούσαν με άλλο, έτσι ώστε η φωτιά να διατηρείτε άσβεστη σε όλη την διάρκεια του Δωδεκαήμερου .
3. Να ραντήσει το σπίτι με αγιασμό
Επίσης:
4. Δεν γινόταν γάμος και μόνο βάπτισμα σε περίπτωση μεγάλης ανάγκης.
5. Όλα τα θεωρούσαν εν δυνάμει μολυσμένα και σκέπαζαν καλά το υγρά και τα τρόφιμα.
6. Το σημείο του σταυρού και η απαγγελία προσευχής (ιδιαίτερα του «Πάτερ ημών») απομάκρυνε τους καλικαντζάρους.
7. Στα σταυροδρόμια χάραζαν στο έδαφος το σημείο του σταυρού.
Από πού όμως προέρχονται οι δοξασίες για τους καλικαντζάρους;
Ο Δ. Λουκάτος αναφέρει ότι «γενικά οι δοξασίες αυτές ανεβαίνουν στα ρωμαικά χρόνια, τότε που γύρω από τις χειμωνιάτικες τροπές του ήλιου, γιόρταζαν τα Σατουρνάλια, τις Καλένδες, τα Βοτά κ.α. και φαντάζονταν οι άνθρωποι ότι οι δυνάμεις του χειμώνα και του σκοταδιού πάλευαν πάλευαν με πείσμα και δεν ήθελαν να υποταχθούν στον αήττητο Ήλιο».
Ο Γ. Μέγας με αφορμή την προέλευσή τους από τον κάτω κόσμο, όπου ζουν όλο το χρόνο και εμφανίζονται μόνο το Δωδεκαήμερο, πιστεύει ότι αυτό οδηγεί στον συσχετισμό τους με τους νεκρούς, που κατά την κοινή πίστη, σε μια ορισμένη εποχή επιστρέφουν, για μικρό χρονικό διάστημα στον κόσμο των ζωντανών.
Η εκδοχή αυτή ενισχύεται και από την δοξασία των Φαρασιωτών της Καπαδοκίας για τους μνημοράτους, δηλαδή τους νεκρούς που τις νύχτες του Δωδεκαήμερου γυρίζουν ελεύθεροι.
Μπορεί να συσχετίσει κανείς τους καλικάντζαρους με τους «κήρες», δηλαδή τις ψυχές που κατοικούν στον Άδη, για τις οποίες οι αρχαίοι Αθηναίοι πίστευαν ότι κατά την γιορτή των Ανθεστηρίων, που ο Άδης ήταν ανοιχτός, επέστρεφαν στον πάνω κόσμο και ενοχλούσαν τους ανθρώπους, κυρίως μολύνοντας τις τροφές.
Με την άποψη αυτή συμφωνούν και άλλοι επιστήμονες – ερευνητές, όπως ο Δ. Λουκάτος, Σ, Ρωμαίος.
Ένας ξένος ερευνητής, ο Βώλ υποστηρίζει ότι οι καλικάντζαροι έχουν σχέση με τους αιγυπτιακούς κανθάρους. Με αυτόν συμφωνεί και ο δικός μας Φαίδων Κουκουλές.
Στις 8 του Γενάρη στη Μονοκκλησιά, αλλά και σε άλλα χωριά της Βόρειας κυρίως Ελλάδας γιορτάζουν την ΜΕΡΑ ΤΗΣ ΜΠΑΜΠΩΣ .
Πρωί-πρωί οι γυναίκες με την ιδιότυπη ενδυμασία τους πηγαίνουν στο σπίτι της πιο ηλικιωμένης γυναίκας, της μπάμπως (μπάμπω= γριά ή μαμή) , που είναι και το τιμώμενο πρόσωπο της μέρας, και, αφού τη βρέχουν με βασιλικό και τη βάζουν να τάξη, της προσφέρουν δώρα.
Ύστερα την τοποθετούν πάνω σε ένα αμάξι, κατάλληλα μετασκευασμένο και στολισμένο. Και τη γυρίζουν στους δρόμους του χωριού χορεύοντας στο ρυθμό της παραδοσιακής γκάιντας. Ακολουθεί το γλέντι που το μεσημέρι μεταφέρετε ξέφρενο στην κεντρική πλατεία του χωριού. Οι θρακιώτικοι χοροί, το Ζουναράδικο και η Μπαϊντούσκα έρχονται πρώτοι , και έπονται ο συρτός και ο καρσιλαμάς.
Μην τολμήσει κάποιο αντρικό πόδι να παραβιάσει τα σύνορα, που έχουν ορίσει με σχοινί γύρω από την πλατεία! Τον περιμένει κατάβρεγμα μέχρι το κόκαλο.
Αλλες γυναίκες ντυμένες με αντρικές ενδυμασίες ασχολούνται με καθαρά αρρενωπές δουλειές. Παράλληλα οι άντρες στα σπίτια αναγκάζονται να κάνουν τις εργασίες του σπιτιού, αφού η νοικοκυρά λείπει για μια μέρα από αυτό.
Η διασκέδαση και το συμπόσιο, συνεχίζεται το σούρουπο μέσα στο οίκημα του συλλόγου των γυναικών σε αυστηρά περιορισμένο κύκλο των παντρεμένων γυναικών μέχρι τα ξημερώματα της επομένης μακριά από κάθε αδιάκριτο μάτι και χωρίς την αντρική παρουσία. Οι οργανοπαίκτες είναι χωρισμένοι από ένα προπέτασμα, για να μην βλέπουν ότι γίνεται.
Οι ρίζες όμως του εθίμου πρέπει να αναζητηθούν πολύ πιο παλιά και πιθανόν στην αρχαιότητα. Ίσως ξεκίνησε από τη λατρεία κάποιας αρχαίας θεότητας της γονιμότητας.
Οι γυναίκες στην αρχαιότητα πρόσφεραν θυσίες στην Γενετυλλίδα , Αττική θεότητα της γονιμότητας και του τοκετού, η γιορτή που γινόταν προς τιμή της χαρακτηριζόταν ως γιορτή των γυναικών. Το έθιμο αυτό φαίνεται πως πρωτάρχισε με τιμώμενο πρόσωπο τη μαμή, που αποτελούσε αξιόλογο μέλος της κοινωνίας του χωριού, και από έλλειψη μαμής , τη θέση της πήρε η γεροντότερη γυναίκα του χωριού.
quote:
Παράλληλα οι άντρες στα σπίτια αναγκάζονται να κάνουν τις εργασίες του σπιτιού, αφού η νοικοκυρά λείπει για μια μέρα από αυτό.
Ευτυχώς που η γυναίκα μου δεν κατάγεται από αυτά τα μέρη …![]()
![]()
![]()

Ο νέος χρόνος έπρεπε να αναζωογονήσει τα πάντα , να εκπληρώσει κάθε επιθυμία των ανθρώπων και να φέρει ευτυχία.
Σε όλη την Ελλάδα πίστευαν πως τα γεγονότα που θα συνέβαιναν την πρώτη ημέρα του χρόνου, μπορούσαν να επηρεάσουν την ζωή όλη την υπόλοιπη χρονιά.
Γι’ αυτό και έκαναν καθετί προς επιδίωξη ή υφαρπαγής της καλής τύχης, με κάθε τρόπο.
Ένα από τα σημαντικότερα έθιμα στον Πόντο ήταν το καλάντιασμα των πηγαδιών-νερών.
Η λέξη κάλαντα προέρχεται από την λατινική calendae, που σημαίνει πρώτη του έτους.
Μετά τα μεσάνυχτα λοιπόν, η πολύ πρωί την πρωτοχρονιά, έπρεπε απαραίτητα να πάει κάποιος από την οικογένεια και κυρίως τα νέα κορίτσια να καλαντιάσουν το πηγάδι. Δηλαδή να προσφέρουν δώρα στη βρύση του χωριού, ξηρούς καρπούς, φρούτα, ξερά σύκα σταφίδες και άλλα. Τα τοποθετούσαν σε ένα μπακιρένιο ή πήλινο σκεύος που το έβαζαν στη μικρή εσοχή που είχε από πάνω κάθε βρύση κοντά στην έξοδο του νερού.
Όσοι ήταν καλοί από αυτούς έβρισκαν την βρύση κοιμισμένη, σταματημένη και τότε μπορούσαν να ζητήσουν «μουράτ’», δηλαδή να κάνουν μία ευχή που θα εκπληρωνόταν. Έλεγαν ότι έβρισκαν το νερό να κοιμάται, πιστεύοντας ότι ξυπνάει με το καλάντιασμα (προσφορά δώρων).
Τότε οι κοπέλες σιγοψιθύριζαν:
«κάλαντα και καλός καιρός,
Άμον τα’ ανοίγω το πηγαδ’
να ανοίεται η τύχη μ’,
και άμον το τρέχ’ το νερόν
να τρέχ’ κι η ευλοία .»
Αφού άφηναν τα δώρα, έπαιρναν το «καλαντόνερο», το πρώτο νερό της νέας χρονιάς και όποια πήγαινε πρώτη έλεγε «κάλαντα και καλός καιρός, πάντα κα του χρόνου» .
Φεύγοντας δεν έπρεπε να βλέπουν προς τα πίσω, και ούτε να μιλήσουν σε όλη τη διαδρομή ως το σπίτι, γιατί θα μπορούσαν να τους πάρουν την φωνή οι περήδες (μάγισσες και νεράιδες) .
Πίστευαν δε ότι κάθε ποτάμι , πηγάδι και βρύση έχει την «πηγαδήστρα» (μάγισσα) του. Στον Πόντο μάλιστα απόφευγαν να λένε το όνομα μάγισσα, και πολλές φορές έλεγαν, «οι απ’ εμάς καλλίον» (οι καλύτερες από εμάς) για να μη θυμώσουν .
Πίστευαν πως το «καλαντόνερο» μπορεί να απομακρύνει κάθε κακό.
Με το «καλαντόνερο» ο νοικοκύρης ράντιζε το σπίτι για να είναι ευλογημένο, επίσης με αυτό νίβονταν το πρωί όλα τα μέλη της οικογένειας, και έπιναν λίγο.
Με αυτό έφτιαχναν προζύμι με το οποίο ζύμωναν όλη την χρονιά ή μαγιά για να πήζουν το γάλα και να κάνουν γιαούρτι.
Το «καλαντόνερο» το φύλαγαν σε όλα τα σπίτια, το ανακάτευαν με αγιασμό των Φώτων κι το χρησιμοποιούσαν σαν ιαματικό φάρμακο, με επάλειψη ή κατάποση. Επίσης το μείγμα το ανακάτευαν με βροχόνερο της πρωτομαγιάς.
Πιθανότατα το πανάρχαιο έθιμο αυτό να είναι κατάλοιπο της αρχαίας παράδοσης για τα Δείπνα της Εκάτης, στην οποία πρόσφεραν τροφές στα τρίστρατα.
http://www.esoterica.gr/articles/religion/christms/christms.htm
Ο Ιανουάριος πήρε το όνομά του από τον κορυφαίο θεό των Ρωμαίων Ιανό, τον κύριο των πάντων, της αρχής και του τέλους και γι’ αυτό παριστάνονταν με δύο πρόσωπα, που το ένα κοίταζε μπροστά και το άλλο πίσω, όπως ο παλιός χρόνος που φεύγει και ο νέος που έρχεται.
Στα πολύ παλιά χρόνια ο μήνας αυτός δεν υπήρχε στο ημερολόγιο. Προστέθηκε με τη μεταρύθμιση που έκανε ο Πομπίλιος Νουμάς (8ος-7ος αιώνας π.X.). Έργο του Νουμά ήταν η καθιέρωση του δωδεκάμηνου ημερολογίου, ενώ ως τότε το ρωμαϊκό έτος χωρίζονταν σε δέκα μήνες. Εκτός από τον Ιανουάριο αυτός πρόσθεσε και τον Φεβρουάριο και αύξησε τις ημέρες του χρόνου από 304 σε 355.
Επίσης καθιέρωσε την έναρξη του έτους από τον Ιανουάριο ενώ μέχρι τότε άρχισε από τον Μάρτη, τον μήνα του Άρη (mars).
Η πρώτη κάθε μήνα ονομαζόταν από τους Ρωμαίους «καλένδαι»
Στον πόντο ο Ιανουάριος λεγόταν Καλαντάρτς.
Αυτό γιατί το όνομα των «καλένδαιν» στην πορεία περιορίστηκε κυρίως να σημαίνει την πρώτη Ιανουαρίου.
Στο αττικό ημερολόγιο ήταν αντίστοιχος περίπου με τον μήνα Γαμηλιώνα.
Στον Πόντο, όπως και στην Αθήνα κατά την αρχαιότητα, οι περισσότεροι γάμοι γίνονταν τον Ιανουάριο.
Ο Φεβρουάριος προστέθηκε στο Ρωμαϊκό έτος σαν ο τελευταίος μήνας από τον Πομπίλιο Νουμά. Είναι μήνας διαβατήριος και αποκαθαρκτικός. Το 153 π,.χ. μεταφέρθηκε στη θέση που έχει σήμερα (δεύτερος μήνας του έτους), και σε αυτή τη θέση διατηρήθηκε και στο Γρηγοριανό ημερολόγιο.
Το όνομά του είναι λατινικό. Προέρχεται από τη λέξη februa που σημαίνει καθάρσιος-καθαρκτικός.
Το ουδέτερο πληθυντικού februa, σήμαινε όχι μόνο καθαρτήριος, αλλά και συγκεκριμένα ειδική γιορτή που γίνονταν τον μήνα Φεβρουάριο.
Ο μήνας λοιπόν που περιλάμβανε τους καθαρμούς ονομάστηκε Februarious mensis και μετά από παράλειψη του mensis (μήνας) έμεινε η λέξη Φεβρουάριος.
Η Αλκη Κυριακίδου-Νέστορος αναφέρει ότι ο Φέβρουος ήταν ο θεός των νεκρών και η Φεβρούα ήταν η θεά που επόπτευε τους καθαρμούς και τους εξαγνισμούς.
Ο μήνας Φεβρουάριος ήταν αφιερωμένος λοιπόν από τους Ρωμαίους στον εξαγνισμό και επιπρόσθετα, επειδή ήταν πολύ βροχερός τον είχαν αφιερώσει στον Ποσειδώνα.
Ο Φεβρουάριος αντιστοιχούσε προς τον αττικό μήνα Ανθεστηριώνα.
Ο λαός μας κατά τον Δ.Σ. Λουκάτο, παρετυμολόγησε τον μήνα και τον ονόμασε Φλεβάρη, επειδή «ανοίγει τις φλέβες του» και γεμίζει τη γη νερά.
Κατ’ άλλους λέγεται Φλεβάρης, γιατί παγώνει τις φλέβες της γης.
Με την καθιέρωση του Ιουλιανού ημερολόγιου (46 π.χ.) περιορίστηκαν οι μέρες του μήνα αυτού από 30 που ήταν ως τότε σε 29, και την εποχή του αυτοκράτορα Αυγούστου του αφαιρέθηκε μια ακόμη ημέρα, που προστέθηκε στον μήνα Αύγουστο προς τιμήν του Αυτοκράτορα.
Ο λαός μας το αποκάλεσε Κουτσοφλέβαρο, επειδή έχει 28 ημέρες και κάθε τέσσερα χρόνια 29.
Στον πόντο τον Φεβρουάριο τον ονόμαζαν συνήθως Κούντουρον, γιατί έχει κοντή ουρά, αφού είναι λειψός σε σχέση με τους άλλους. Επίσης σε κάποια μέρη λεγόταν Κούτσουρος, διότι κατά κάποιο τρόπο είναι κουτσουρεμένος.