ΑΡΧΙΚΗΑΡΧΕΙΟFORUMSΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣΠΗΓΕΣΑΝΑΖΗΤΗΣΗRETRO MODE

Ψηφιακό Αρχείο Ανάκτησης

FORUMS/ESOTERICA.GR/BOARD/- Τι είναι η ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ...? - .-= Η ΓΝΩΣΗ =-.

- Τι είναι η ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ...? - .-= Η ΓΝΩΣΗ =-.

oros77730 ΜΗΝΥΜΑΤΑΣΕΛΙΔΑ 2/2
04/04/2008, 01:30:10
Αγαπητοί φίλοι

Σήμερα με αυτό το μήνυμα ολοκληρώνω το θέμα που αφορά την διδασκαλία του Πυθαγόρα:

Ο μαθητής είχε πάρει από το δάσκαλο τη βάση της επιστήμης. Η επιστήμη των αριθμών δεν ήταν παρά η εισαγωγή στη μεγάλη μύηση.

Η υλική και πνευματική πρόοδος του κόσμου είναι δύο κινήσεις αντίθετες αλλά παράλληλες με μία αντιστοιχία σ’ όλη τη σκάλα, του είναι.

Η μία δεν εξηγεί την άλλη, ενώ ειδομένες μαζί εξηγούν τον κόσμο.

Στους μαθητές του τώρα, ο Πυθαγόρας δίδασκε τη διπλή κίνηση της Γής. Γνώριζε επίσης ότι τα αστέρια είναι πλανητικά συστήματα που υπάγονται στους ίδιους νόμους με το δικό μας. Ήξερε ότι κάθε πλανητικό σύστημα είναι ένα μικρό σύμπαν που έχει τον ουρανό του και την αντιστοιχία του στον πνευματικό κόσμο.

Αυτό λοιπόν που οι φιλόσοφοι μας θεωρούν ότι είναι φυσική του Πυθαγόρα και του Πλάτωνα, δεν είναι τίποτα άλλο παρά εικονογραφημένη περιγραφή της κρυφής τους φιλοσοφίας, φανερή για τους μυημένους αλλά τόσο αδιαπέραστη για τον πολύ κόσμο, όσο τη θεωρούν μια απλή Φυσική.

Η περιοχή που βρίσκεται κάτω από το φεγγάρι, εκεί όπου υπάρχει η έλξη της Γής, ονομάζεται κύκλος των γενεών. Οι μυημένοι εννοούσαν μ΄αυτό ότι για μας η Γη είναι περιοχή της ζωής του σώματος. Εκεί συμβαίνουν ό,τι αφορά την ενσάρκωση και την αποσάρκωση των ψυχών.

Η σφαίρα των Πλανητών και του ήλιου ανταποκρίνεται στις κατηγορίες των πνευμάτων που ανεβαίνουν.

Η Κοσμογονία του ορατού κόσμου, έλεγε ο Πυθαγόρας, μας οδήγησε στην Ιστορία της Γης κι’ αυτή με τη σειρά της στο μυστήριο της ανθρώπινης ψυχής.

Μ’ αυτό αγγίζουμε τα άδυτα των αδύτων. Στα άγνωστα βάθη της, η θεϊκή ψυχή αντικρύζει με κατάπληκτο βλέμμα όλες τις ζωές και όλους τους κόσμους.

« Γνώρισε τον εαυτό σου και θα γνωρίσεις όλο το Σύμπαν και τους Θεούς » .

Ν α τ ο μ υ σ τ ι κ ό τ ω ν σ ο φ ώ ν μ υ η μ έ ν ω ν !

Μ’ αυτό τον τρόπο περνούσε ο Πυθαγόρας από τη φυσική κοσμογονία στην πνευματική.

Μετά την εξέλιξη της Γης διηγιόταν την εξέλιξη της ψυχής μέσα στους κόσμους. Έξω από τους κύκλους των μυημένων η διδασκαλία αυτή είναι γνωστή με το όνομα μ ε τ ε ν σ ά ρ κ ω σ η τ ω ν ψ υ χ ώ ν.

Η διδασκαλία της ανοδικής ζωής της ψυχής μέσα από μια σειρά υπάρξεων είναι ο κοινός τόπος των εσωτερικών παραδόσεων και η κορωνίδα της φιλοσοφίας.

Η ψυχή προϋπάρχει του σώματος και εγκλείεται μέσα σ’ αυτό σαν σε δεσμευτήριο για να εξιλεωθεί από τις αμαρτίες της.
Οφείλει δε να μείνει μέσα σ’ αυτό μέχρις ότου συμπληρωθεί ο καθορισμένος χρόνος από τον Θεό για να απαλλαγεί.
Η αυτοχειρία είναι πράξη αθέμιτη σαν αυθαίρετη φυγή και δραπέτευση που συνεπάγεται βαρύτατες ποινές.
Και όσες από αυτές διάγουν στη φυλακή αυτή δίκαια και θεάρεστα, απαλλασσόμενες από τα δεσμά του σώματος μεταφέρονται στην κατοικία των Αθανάτων και σαν άλλοι Θεοί απολαμβάνουν την αιώνια μακαριότητα.
Όσες όμως κατά την διάρκεια του βίου τους μέσα στο σώμα δεν χρησιμοποιούν την παραμονή τους για εξαγνισμό και κάθαρση των προηγουμένων αμαρτιών τους, αυτές, αν βρεθούν τελείως αδιόρθωτες, κατεβαίνουν στον Τάρταρο και μένουν δέσμιες των Ερινύων, ή πλανώνται γύρω μας στον αέρα σαν δαίμονες εμφανιζόμενοι στα όνειρα των ανθρώπων και ενίοτε προφητεύοντας και το μέλλον.

Μετά δε από πάροδο χρόνου κλείνονται πάλι ανάλογα με την ηθική τους ποιότητα σε νέα σώματα μέχρις ότου εξιλεωθούν από τις αμαρτίες και γίνουν άξιες για την μακάρια ζωή των Αθανάτων.

Ο Διδάσκαλος είχε κάνει τους μαθητές του να περπατήσουν μέσα σε απρόσμενα χάη του διαστήματος, τους είχε βυθίσει στα χάσματα του αόρατου.

Από το φοβερό αυτό ταξίδι οι αληθινοί μυημένοι έπρεπε να γυρίσουν πίσω καλύτεροι, πιο έτοιμοι για τις δοκιμασίες της ζωής.
Τη μύηση της διάνοιας έπρεπε να ακολουθήσει η μύηση της θέλησης, η πιο δύσκολη απ’ όλες. Γιατί τώρα έπρεπε ο μαθητής να κάνει την αλήθεια να κατέβει στα βάθη του είναι του, να την κάνει πρακτική στην καθημερινότητα της ζωής του.

Ο Πυθαγόρας, στην τελευταία φάση της διδασκαλίας του, περιοριζόταν να διδάσκει τους πιστούς του την εφαρμογή της θεωρίας του στη γη.

Η καταγωγή του καλού και του κακού παραμένει ακατανόητο μυστήριο, γι’αυτόν που δεν έχει γνωρίσει την καταγωγή και το τέλος των ειδών.

Κάποια ηθική που δεν παίρνει υπ’ όψη της τα πεπρωμένα του ανθρώπου, δεν θα ήταν παρά ωφελιμιστική και ατελέστατη . Επί πλέον η ελευθερία των ανθρώπων δεν υφίσταται DE FACTO γι’ αυτούς που αισθάνονται σκλάβοι των παθών τους, ούτε υπάρχει DE JURY για κείνους που δεν δέχονται την ύπαρξη της ψυχής και του Θεού καθώς επίσης και για όσους η ζωή είναι μόνο μια αστραπή ανάμεσα σε δύο τίποτα.

Για να καταλάβει την καταγωγή του καλού και του κακού ο μυημένος κοιτάζει τους τρείς κόσμους:

Βλέπει το σκοτεινό κόσμο της ύλης και των ζωωδών ορμών όπου δεσπόζει η αναπόφευκτη μοίρα.
Βλέπει το φωτεινό κόσμο του πνεύματος, που για μας είναι αόρατος, την απέραντη ιεραρχία των ψυχών που έχουν φτάσει εκεί όπου βασιλεύει ο θείος νόμος και που αυτές οι ίδιες είναι η Πρόνοια εν δράσει.
Ανάμεσα στους δύο αντικρίζει την ανθρωπότητα που έχει την αρχή της, στο φυσικό κόσμο, και το τέλος της στο θείο.

Ο Πυθαγόρας πίστευε στις αρετές και της μυημένης γυναίκας αλλά δυσπιστούσε πολύ στις απλές γυναίκες του κόσμου.
Οι γυναίκες που μυούσε αυτός, έπαιρναν μαζί με την μύηση, τις ανώτατες αρχές της αποστολής τους.
Τους αποκάλυπτε τη μεταμόρφωση του έρωτα στον τέλειο γάμο, που είναι η διείσδυση δύο ψυχών στο απόλυτο κέντρο της ζωής και της αλήθειας.
Για να δεχθεί όμως αυτή τη διείσδυση η γυναίκα, πρέπει να βλέπει να καθρεπτίζεται στον άνδρα, που γι’ αυτό το λόγο πρέπει να είναι μυημένος. Ενώ πάλι αυτός, μόνος, έχει τη δυνατότητα, με τη δημιουργική του θέληση, να γονιμοποιήσει τη γυναικεία ψυχή και να τη μεταμορφώσει με την βοήθεια του θείου ιδεώδους. Του ιδεώδους αυτού που του ανταποδίδει η γυναίκα που αγαπιέται, πολλαπλασιασμένο από τις δονούμενες σκέψεις της, από τα λεπτότερα αισθήματά της. Γιατί αν ο άνδρας δημιουργεί με τη θέληση και την επιθυμία, η γυναίκα γονιμοποιεί φυσικά και πνευματικά.

Στο ρόλο της, της συζύγου, της μητέρας, της εμπνευσμένης δεν είναι καθόλου λιγότερο μεγάλη. Είναι άγιο και θείο το έργο της μάνας που πρέπει να δημιουργήσει μια καινούργια κατοικία στην ψυχή που έρχεται και να κάνει έτσι λιγότερο οδυνηρή τη φυλακή της νέας ψυχής.

Τέτοιος δάσκαλος δεν ήταν δυνατόν να θεωρηθεί όμοιος με τους λοιπούς ανθρώπους, τέτοια διδασκαλία δεν ήταν δυνατόν να γίνει πιστευτή ότι είχε γήϊνη καταγωγή.

Από κάποιον υπέρτατο Κόσμο ώφειλε να έχει έρθει αυτός που φέρνει τέτοια υπερκόσμια διδάγματα.

Ο Μεγάλος Πυθαγόρας όπως όλα τα λαμπρά πνεύματα που βοήθησαν και εργάστηκαν για τη δημιουργία μιάς ενάρετης κοινωνίας, πέθανε το 496 π.Χ., διωκόμενος και παραγκωνισμένος, τον θάνατο του Μάρτυρα της ανθρωπότητας, για να αναγεννηθεί στην αιώνια ζωή, στο πνεύμα και στην καρδιά εκείνων οι οποίοι αναζητούν την Αλήθεια.

ΥΓ.: Αγαπητοί φίλοι, από το επόμενο μήνυμα, θα αναφερθώ στον Ηράκλειτο.

Φιλικά

Κηφεύς

Ου τα πάντα τοις πάσι ρητά.

04/04/2008, 10:19:37
Αγαπητέ Κηφεύς, σωστά αναφέρεσαι στην φιλοσοφία και
διδασκαλία του Πυθαγόρα και των συν αυτώ. Αποτελούν
την μεγαλύτερη προσέγγιση, από επιστημονικής και
φιλοσοφικής πλευράς του πως έχουν τα πράγματα.
Συνεχίζω να πιστεύω, όμως, ότι αυτά που αντιλήφθηκαν και
ιστόρησαν ήταν να φτάσει μέχρι εκεί για το τότε και δεν
προχώρησε, περιμένοντας μια θεική παρέμβαση, όπως πιστεύω
έγινε με την έλευση του Χριστού, αλλά και το σήμερα,
όπου ο νους του ανθρώπου έχει φτάσει σε σημείο να κατανοεί μεγαλύτερες έννοιες απ’ ότι παλιότερα…

Αυτά δε στα οποία αναφέρεσαι, περί καλού- κακού, μπορώ να
πω ότι εύκολα συνάγεται το συμπέρασμα ότι κακό δεν υπάρχει,
αλλά μιλάμε για διαστρέβλωση του καλού, αφού είναι η μόνη
ζωαρχική ουσία και περιλαμβάνει την μόνη αλήθεια της ζωής:
Έναν Δημιουργό κι ένα τέλειο αρμονικό κόσμο , που έχει σημασία
να δούμε ότι δεν έχει αντίπαλο, αλλά μόνο την αμορφωσιά…

04/04/2008, 16:11:57
-Ωραίοι διάλογοι!

Ο ψεύτης κι ο κλέφτης τον πρώτο χρόνο χαίρονται!

04/04/2008, 19:59:20
Αγαπητέ trexagireve

Δεν συμφωνώ για την έκφρασή σου «από επιστημονικής πλευράς …», επειδή βλέπω ότι δεν έχομε την ίδια άποψη για τον ορισμό της Επιστήμης:
Θα σου τον εξηγήσω εγώ αμέσως παρακάτω:

Ξεκινάμε πρώτα από το τι θα πει επιστημονική έρευνα:

Όλοι μας στο άκουσμα της λέξης επιστημονική έρευνα φέρνουμε στο νού μας κάποιες οργανωμένες και συνειδητές ενέργειες, που αποβλέπουν στην απόκτηση περισσότερης γνώσης,ή διαφορετικά στην διερεύνηση κάποιας αλήθειας άγνωστής μας μέχρι τώρα.

Μάθαμε μάλιστα να ξεχωρίζουμε τη βασική ή θεμελιώδη έρευνα, που αποβλέπει απλά στην αύξηση της ανθρώπινης γνώσης, από την εφαρμοσμένη ή τεχνολογική έρευνα, που σκοπεύει πάντα σε κάποια συγκεκριμένη εφαρμογή.

Ξέρουμε ακόμα πως τέσσερα είναι τα στάδια της επιστημονικής αναζήτησης:

Πρώτο η παρατήρηση του φαινομένου που μας ενδιαφέρει,

Δεύτερο, το πείραμα δηλ. η αναπαραγωγή του φαινομένου κάτω από συνθήκες ελεγχόμενες,

Τρίτο, η διατύπωση κάποιας υπόθεσης για την μορφή που διέπει το φαινόμενο που μελετούμε και

Τέταρτο, η διατύπωση μιας επιστημονικής θεωρίας, που θα πρέπει κάθε φορά στο μέλλον να επαληθεύεται από τα φαινόμενα με υψηλή ακρίβεια.

Ας δούμε όμως, πώς δουλεύει η επιστημονική μέθοδος.

Ο άνθρωπος εκτελεί την παρατήρηση με τις αισθήσεις του. Καθώς όμως αυτές λειτουργούν μέσα σε στενά όρια, έχει κατασκευάσει όργανα που αποτελούν προέκταση ή διευρύνουν τις δυνατότητες των αισθήσεων.

Έτσι το τηλεσκόπιο μας επιτρέπει να διακρίνουμε από μεγάλη απόσταση λεπτομέρειες απροσπέλαστες στο γυμνό μάτι, ενώ ο μετρητής ραδιενέργειας μας πληροφορεί για φαινόμενα που οι αισθήσεις μας αδυνατούν τελείως να συλλάβουν.

Ας δούμε όμως τώρα σε τι χρησιμεύει το πείραμα.

Τα φυσικά φαινόμενα σπάνια εμφανίζονται μεμονωμένα κι’ανεξάρτητα, αλλά κατά κανόνα το ένα επηρεάζει την εξέλιξη του άλλου, μειώνοντας την αξιοπιστία της παρατήρησης.

Πείραμα είναι η αναπαραγωγή ενός φαινομένου, όμως με τρόπο ελεγχόμενο, ώστε να προκύπτουν αξιόπιστα συμπεράσματα από την τέτοια εξέτασή tου.

Τα αποτελέσματα όμως που μας φέρνουν η παρατήρηση και το πείραμα, όσα πολλά κι’όποιας ποιότητας κι’αν είναι, δεν αποτελούν επιστήμη.

Η υπόθεση προσπαθεί να εκφράσει τη φύση του νόμου που διέπει το συγκεκριμένο φαινόμενο, ώστε, μέσα από κάποια διαδικασία συστολής, το πλήθος των παρατηρήσεων να αναχθεί π.χ. στη μορφή ενός μαθηματικού τύπου.

Αν τα συμπεράσματα που θα προκύψουν έχουν γενικότερη σημασία, σε βαθμό που όχι μόνο να ερμηνεύουν το φαινόμενο αλλά και να προβλέπουν την μελλοντική του πορεία, τότε μιλάμε για την διατύπωση μιάς επιστημονικής θεωρίας.

Τέλος η θεμελιακήιδιότητα της επιστήμης είναι η προσθετική. Κάθε καινούργια γνώση οικοδομείται πάνω στην προϋπάρχουσα, ενώ ο θεμέλιος λίθος του οικοδομήματος είναι παραδεδεγμένες αλήθειες γενικότερης σημασίας που ονομάζονται αξιώματα.

Η σύγχρονη, όμως, επιστήμη δεν έχει καλύψει ακόμη σε ικανοποιητικό βαθμό τις ανάγκες του ανθρώπου σε γνώση.

Η γνώση που μας λείπει δεν είναι ασήμαντη.

Αγνοούμε την ίδια την αρχή των πάντων, το γενεσιουργό αίτιο του Σύμπαντος, ακόμα και την αληθινή φύση του ίδιου μας του εαυτού.

Αυτό, όμως, είναι ένα γιγάντιο κενό, που πριν απ’όλα εμποδίζει τη συγκρότηση της κοινωνίας μας μέσα σε σωστά και ευσταθή πλαίσια.

Το καταπληκτικό φαινόμενο στην προκειμένη περίπτωση είναι ότι, οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι χωρίς να διαθέτουν την σημερινή τεχνολογία, πρώτοι αυτοί κατέληξαν σε συμπεράσματα που ακόμη και τώρα η σημερινή επιστήμη δεν τα έχει ακόμη ανακαλύψει.

Σου παραθέτω, γρήγορα και ενδεικτικά μόνο, μερικά από τα επιτεύγματά τους χωρίς να έχουν χρησιμοποιήσει την σύγχρονη επιστημονική μέθοδο που μόλις παραπάνω περιέγραψα.

Οι Πυθαγόρειοι βρήκαν πρώτοι την θεωρία της διαστολής του σύμπαντος (Big Bang).

Οι απόψεις του Νίτσε, φαίνονται να βρίσκονται πολύ κοντά στη σκέψη του Ηράκλειτου.

Ο Heisenberg (θεωρία της απροσδιοριστίας), τόσους αιώνες μετά, αναγνωρίζει πόσο η σκέψη του Ηράκλειτου πλησιάζει ενορατικά τη σύγχρονη φυσική. Το παραδέχεται στο βιβλίο του “Physics of Philosophy”.

Ζήνων ο Ελεάτης: Τα διαλεκτικά επιχειρήματά του απεδείχθησαν πολύ ωφέλημα για την ανάπτυξη των μαθηματικών. Με αυτά τέθηκαν για πρώτη φορά υπό συζήτηση τα συναφή με την μελέτη των συνεχών και ασυνεχών προβλήματα, τα οποία οδήγησαν εν τέλει τους μαθηματικούς στην ανακάλυψη ΤΟΥ ΑΠΕΙΡΟΣΤΙΚΟΥ ΛΟΓΙΣΜΟΥ (αυτά για όσους έχουν κάποια καλή σχέση με τα μαθηματικά). Γι’αυτό ο Ζήνων θεωρείται ένας από τους πατέρες της ανώτερης μαθηματικής ανάλυσης.

Ο Εμπεδοκλής προλαβαίνει τις διδασκαλίες του Δαρβίνου.

Ο Λεύκιππος και ο Δημόκριτος ανακαλύπτουν την ατομική θεωρία.

Ο Αναξαγόρας προλαβαίνει τη διάσπαση του ατόμου δεχόμενος την επ’άπειρον διαιρετότητα της ύλης.

Η θεωρία, επίσης, του Αναξαγόρα, πλησιάζει τις αντιλήψεις της σύγχρονης χημικής έρευνας που προσπαθεί να αναγάγει τις ποικίλες συνθέσεις της ύλης σε αρχικά στοιχεία.

Και τόσα άλλα, για να μην αναφερθώ και σε άλλες επιστήμες, όπως π.χ. η Ιατρική με τον Ιπποκράτη κ.τ.λ. …

Τι παραπάνω περίμενες να κάνουν, φίλε trexagireve;

Βέβαια από το καλό υπάρχει πάντα το καλύτερο, Αν το πας εκεί.

Δεν χρειάζεται, νομίζω, μετά τα παραπάνω, να σου απαντήσω εκτενώς στην άποψή σου ότι: «…αλλά και το σήμερα, όπου ο νους του ανθρώπου έχει φτάσει σε σημείο να κατανοεί μεγαλύτερες έννοιες απ’ότι παλιότερα» (;), διότι διαφωνώ απόλυτα.

Εάν μου απαντήσεις με το πασίγνωστο ερώτημα που θέτουν μερικοί ότι:

Γιατί οι αρχαίοι Έλληνες δεν είχαν φθάσει στην σημερινή Τεχνολογία; Αυτό είναι ένα θέμα που σηκώνει πολλή συζήτηση.

Παρ’όλ’αυτά για να μην παραπονεθείς γιατί δεν απαντάω καθόλου σ’αυτό (το υποθετικό ερώτημα) θα σου πω το εξής:
Διότι υπάρχει στον σημερινό άνθρωπο η εννοιολογική σύγχυση μεταξύ των λέξεων: Φιλοσοφία, Μεταφυσική, Επιστήμη, Τεχνολογία και γενικά τρόπου Σκέψης.

Και τέλος πώς συνάγεις το συμπέρασμα, από τα λεγόμενα του Πυθαγόρα (και μάλιστα εύκολα) ότι «κακό δεν υπάρχει», και επίσης ότι το καλό είναι η μόνη ζωαρχική ουσία (;) και περιλαμβάνει την μόνη αλήθεια της ζωής;

Και παρακάτω τι σημαίνει «αμορφωσιά». Πού αναφέρεσαι;
Στους αρχαίους προγόνους μας, στους τωρινούς Έλληνες, στους τωρινούς ανθρώπους όλου του πλανήτη ή στους πολλούς του κόσμου (έτσι γενικά);

Τελειώνοντας, ας πάρομε το θέμα καλό – κακό, στο οποίο έχω αναφερθεί σε άλλο μου μήνυμα με μία φράση ότι: « …στο δίπολο καλό – κακό, που τιτάνιος μοιάζει νάναι ο αγώνας, για να βρεις το σωστό σημείο ανάμεσά τους και να ισορροπήσεις εκεί» . Καταλαβαίνω, λοιπόν, από το μήνυμά σου ότι χρειάζεται μια σχετικά μεγάλη επεξήγηση, την οποία στο μέτρο του δυνατού θα προσπαθήσω να στη δώσω όσο μπορώ πιο περιληπτικά:

Η σωστή πορεία του ανθρώπου, μέσα σε τούτο το αντιθετικό σύμπλεγμα είναι ο δρόμος της ισορροπίας. Η στενή ατραπός, που χωρίζει το κακό από το καλό. Έτσι που δεξιά κι’αριστερά μας περνάμε εναλλακτικά από το καλό και το κακό, χωρίς με κανένα από τα δύο να ταυτιζόμαστε και πάνω απ’όλα προσπαθώντας να βιώσουμε το μεγάλο σύνολο, που μερική έκφρασή του είναι το καλό ή το κακό.

Γιατί όμως με κανένα από τα δύο δεν πρέπει να ταυτισθούμε;

Έχουμε διδαχθεί ότι το καλό πρέπει να αναζητούμε και μέσ’απ’το καλό να ρυθμίζουμε την πορεία μας στον κόσμο.

Πού οφείλεται η αντίφαση αυτή;

Κι’όμως δεν υπάρχει αντίφαση.

Στο κόσμο μέσα που ζούμε, το καλό υπάρχει μονάχα σαν αντίπαλος του κακού.

Και πόσο καλός μπορείς νάσαι, όταν η δική σου καλωσύνη υπάρχει χάρη στην ύπαρξη της κακίας των άλλων;
Είναι φανερό ότι μια τέτοια καλοσύνη δεν είναι τίποτ’άλλο παρά υποκρισία, κι’ο σωστός άνθρωπος φροντίζει στη ζωή του να τηρεί ίσες αποστάσεις κι’από τα δύο άκρα, δείχνοντας αγάπη και ανοχή απέναντι και σ’αυτούς ακόμα που σφάλλουν, έχοντας πριν απ’όλα συνείδηση των δικών του ατελειών κι’ελαττωμάτων.

Φίλε trexagireve. Με ανάγκασε το μήνυμά σου να βγω από το θέμα με το οποίο ασχολούμαστε, για να σου απαντήσω. Εάν έχεις τέτοιες απορίες (στο λέω τελείως καλοπροαίρετα) μπορείς να ζητήσεις από τους συντονιστές να σου δημιουργήσουν άλλα topics σχετικά με τα ενδιαφέροντά σου.

Φιλικά

Κηφεύς

Ου τα πάντα τοις πάσι ρητά.

04/04/2008, 20:43:27
Φίλε Κηφεύς κι η φιλοσοφία είναι κι αυτή μια επιστήμη...
Αλήθεια είναι επίσης ότι όπως η επιστήμη είναι ένα μικρό
βήμα προς την γνώση το ίδιο και η φιλοσοφία , περιέχουν
ένα μέρος του τελικού όλου της ουσίας και μπορούν κάλλιστα
να ξεφύγουν από την πραγμάτωση της αλήθειας, λόγω της υποκειμενικότητας της θέσης…
Οι θεωρίες περί της εξήγησης των πραγμάτων και του κοσμικού γίγνεσθαι, επειδή τυγχάνει υπόθεση και πείραμα,
δεν μπορεί να είναι τελικό αξίωμα…
Η γνώση είναι μια πραγματικότητα μερική κι όπως τον ήλιο
κανείς δεν μπορεί να διεκδικήσει την αποκλειστικότητα της θέασης, έτσι και η θεώρηση των θέσεων που πρώτοι οι Έλληνες φιλόσοφοι διετύπωσαν, επειδή δεν έχουν ολοκληρωθεί οι τελικές στάσεις των,
δεν χρειάζεται κανείς να τα εξυψώνει σε σημείο που να χρεώνεται
τα υστερινά λάθη, που τυχόν θα προκύψουν ….
Καλό είναι να λέμε ότι οι Έλληνες πρώτοι πλησίασαν τις
βάσεις του κοσμικού θαύματος, της υλοποίησης του σύμπαντος
και αυτοί χάραξαν τον δρόμο για την εξέλιξη των.
Προφανώς παρεξήγησες τη θέση μου ότι τότε αυτά πέτυχαν…
Εννοώ απλά και μόνο ότι ισχύει και για τα φιλοσοφικά ότι
ισχύει και για τις άλλες επιστήμες, που σήμερα, βάσει των
παλιών θέσεων, έχουν προχωρήσει, όπως ήταν φυσικό κι επόμενο,
λόγω της μοιραίας εξέλιξης…
Το ότι δεν προχώρησαν περισσότερο πρέπει να μπορεί να καταλάβεις, ότι αν το είχαν κάνει, θα είχε «τελειωθεί» η σοφία…
Για να κάνω μια μικρή αναφορά στο θέλει μεγάλη συζήτηση που λες.
Που για μένα είναι τόσο απλό, όσο και το ότι θα είχε τελειώσει ο κόσμος τότε…
Μην αγνοείς ότι έπρεπε να υπάρξει εξέλιξη όσο μικρότερη κι αν
είναι σε σχέση με το έργο που παρήχθη στην αρχαία Ελλάδα…
Όσο για το κακό, δεν λέω ότι το λέει ο Πυθαγόρας,
εγώ τοποθετούμαι επ’ αυτού, λέγοντας ότι δεν υπάρχει κι
αποτελεί παραλλαγή του καλού. Δεν είναι το καλό - κακό
δίπολο όπως η μέρα κι η νύχτα, ή τα άλλα διπλά,
άνδρας- γυναίκα, κλπ.
Πρόκειται για μια θέση που έχει να κάνει με το ότι ο Θεός του
κόσμου ( όχι του Πυθαγόρα, του δικού μου, του δικού σου, κλπ)
είναι καλός εκτων προϊόντων που ζούμε γύρω μας, άσχετα από
την δική μας παρέμβαση, πράγμα που ταιριάζει και με το ότι
έφτιαξε και δεν χάλασε…
Λέω λοιπόν, ότι το καλό είναι γεννεσιουργό και ότι το κακό, αποτελεί πλημμελή εφαρμογή του καλού, μερική απόδοση του
και γι’ αυτό ζημιογόνο…
Φίλε μου διαφωνώ τα μάλλα και με εκπλήσσει που λές κάτι
τέτοιο ότι το καλό υπάρχει ως αντίθετο του κακού… Είναι
λάθος, καθώς το καλό δεν έχει αντίπαλο.
Πορεύεται στο διηνεκές και το κακό είναι μια απλή παρένθεση
που με την ολοκλήρωση της κατανόησης της γνώσης, θα εκλείψει
η κακή απόδοση της…
Όσο για την υποκρισία τι να πώ; παρά ότι πρέπει να πάμε
μπροστά και να καταλάβουμε ότι το αύριο δεν έχει σχέση
με το χθες. Αύριο έχουμε κάτι ανώτερο από το δίπολο
ζωής- θανάτου, έχουμε την αθανασία και αυτό δεν έχει
να κάνει με την διατήρηση του κακού…
Δεν έχω απορίες, φίλε μου, αλλά αν θέλεις απλά να περνάς
μηνύματα και δεν δέχεσαι διάλογο επι των θέσεων που παραθέτεις,
πέρα από το ότι δεν είναι ανάλογο των αρχαίων προγόνων μας,
εκτός αν πιστεύεις ότι έχεις να κάνεις με «σιωπηλούς» μαθητές, μάλλον ήταν χόντροκομμένη η τοποθέτηση σου για άλλο τόπικ…
Αν συμφωνούσα μαζί σου πλήρως, θα έλεγες το ίδιο;…
14/04/2008, 20:59:03
Αγαπητοί φίλοι

Αρχίζω σήμερα την παράθεση των Μεταφυσικών απόψεων του Ηράκλειτου.

Ηράκλειτος ο Εφέσιος (540 – 480 π.Χ.):
Φιλόσοφος που θεωρούσε το πύρ ως αρχή των όντων και ότι η πραγματικότητα βρίσκεται σε συνεχή ροή («τα πάντα ρεί») εξαιτίας της αδιάκοπης πάλης των αντιθέσεων:
ζωή – θάνατος, νεότητα – γήρας, κλπ.(εμπειριοκρατική τάση.

Περικοπή 1 : του δε λόγου τούδ’εόντος αεί αξύνεται γίνονται
άνθρωποι και πρόσθεν ή ακούσαι και ακούσαντες το πρώτον γινομένων γαρ πάντων κατά τον λόγον τόνδε απείροισιν εοίκασι, πειρώμενοι και επέων και έργων τοιούτων, οκοίων εγώ διηγεύμαι κατά φύσιν διαιρέων έκαστον και φράζων όκως έχει. τους δε άλλους ανθρώπους λανθάνει οκόσα εγερθέντες ποιούσιν, όκωσπερ οκόσα εύδοντες επιλανθάνονται.

Μετάφραση Περικοπής 1 : ενώ αυτός ο λόγος πράγματι υπάρχει πάντοτε, πάντα οι άνθρωποι είναι ανίκανοι να τον κατανοήσουν και πριν τον πληροφορηθούν και αφού τον πληροφορηθούν για πρώτη φορά. Διότι αφού όλα έχουν γίνει σύμφωνα με αυτή τη λογική, μοιάζουν ανεξέταστα αδιαπέραστοι από τέτοια, και λόγια και έργα, τα οποία εγώ περιγράφω λεπτομερώς ερμηνεύοντας καθένα κατά την φύση του και εξηγώντας όπως έχει. Ενώ για τους άλλους ανθρώπους παραμένει ακατανόητο όσα κάνουν αφού εγερθούν, όπως ακριβώς λησμονούν όσα κάνουν όταν κοιμούνται.

Λέγεται πως ο Ηράκλειτος είναι δυσνόητος και είναι πράγματι, γιατί συνειδητά επιλέγει να είναι πυκνός.

Ούτε ο Σωκράτης ούτε ο Πλάτων ούτε ο Αριστοτέλης τον καταλαβαίνουν, παρ’όλον ότι έχουν στα χέρια τους ολόκληρο το έργο του.

Και είναι κρίμα, γιατί αν τουλάχιστον ο Πλάτων τον είχε κατανοήσει και ερμηνεύσει, η ιστορία της ανθρώπινης διανόησης θα ήταν τελείως διαφορετική.

Η ανθρώπινη σκέψη θα είχε τουλάχιστον αποφύγει την χωρίς τελείωση έως τώρα αντιπαράθεση του εμπειρισμού, που αρχίζει με τον Θαλή, και του ιδεαλισμού του Πυθαγόρα και όσων τον ακολούθησαν.

Για τις διάφορες σημασίες της λέξης «λόγος» υπάρχουν πολλές αναλύσεις. Ορθότερο είναι να μείνει για την ώρα η λέξη αμετάφραστη, και να πλησιάσουμε την σημασία της αργότερα μαζί με άλλα δείγματα του λόγου του φιλοσόφου.

Ο Ηράκλειτος γνωρίζοντας πως όλα έγιναν σύμφωνα με τον «λόγο», ασφαλώς θέλει να σημειώσει ότι κάτι τόσο σημαντικό όπως ο «λόγος» πρέπει να υπάρχει πάντα.

Στην περ.30 σημειώνει πως αυτόν τον κόσμο δεν τον έφτιαξε ούτε κανείς από τους θεούς ούτε από τους ανθρώπους.

Εδώ σημειώνει πως όλα έχουν γίνει σύμφωνα με τον λόγο.
Επομένως ο λόγος, όπως τον εννοεί ο Ηράκλειτος, καμία σχέση δεν μπορεί να έχει με το θείο.

Η σκέψη του Nietzsche, φαίνεται να βρίσκεται πολύ κοντά στην σκέψη του Ηράκλειτου.

Ο Ηράκλειτος αυτό που δεν δύει ποτέ απλώς το ονομάζει «λόγο» και είναι κοινό «τοις πάσι».

Η φιλοσοφία του Ηράκλειτου περιστρέφεται γύρω από τον «κοινό λόγο» των περικοπών 1 και 2, και όχι γύρω από κάποια νοήμονα φωτιά.

Επομένως αυτό που δεν δύει ποτέ για τον Ηράκλειτο, αυτό που μπορεί να γνωρίζει τα πάντα, είναι ο «κοινός» για όλους και όλα, Θεούς και ανθρώπους και πράγματα, «λόγος», η τάξη με την οποία όλα συμβαίνουν σε έναν φυσικό κόσμο, όπου τα πάντα είναι ένα και τα πάντα κυβερνώνται από τα πάντα ( Περ. 16).

Ο Ηράκλειτος γνωρίζει καλά πόσο άχρηστο χώμα χρειάστηκε να πετάξει από το νου του:

Τους μύθους των αρχαίων ποιητών, τις θρησκείες των άλλων, τα
νοήματα των φιλοσόφων που προηγήθηκαν και τις αρχές τους.

Μόνο έτσι φθάνει στα λίγα ψήγματα χρυσού, στις λίγες αδιάσειστες για τον ίδιο αλήθειες, με τις οποίες κατορθώνει να γνωρίσει τον κόσμο:

Την έννοια του λόγου από την οποία συνάγεται:

1. Πως τα πάντα είναι ένα. (Έν πάντα είναι).
2. Την πεποίθηση της αέναης κίνησης.
3. Την βεβαιότητα πως τα πάντα γίνονται με την εναρμόνιση των αντιθέτων.

« το εν σοφόν » . (Περ. 22)

Φιλικά

Κηφεύς

Ου τα πάντα τοις πάσι ρητά.

16/04/2008, 17:06:36
Αγαπητοί φίλοι

Συνεχίζω και σήμερα την ανάπτυξη των Μεταφυσικών απόψεων του Ηράκλειτου :

Περικοπή 30 : κόσμον τόνδε, τον αυτόν απάντων, ούτε τις
θεών ούτε ανθρώπων εποίησεν, αλλ’ ήν αεί και έστιν και έσται πυρ αείζωον, απτόμενον μέτρα και αποσβεννύμενον μέτρα.

Μετάφραση Περικοπής 30 :
Αυτόν τον κόσμο, τον ίδιο με όλους, δεν
κατασκεύασε ούτε κάποιος από τους θεούς ούτε από τους ανθρώπους, αλλά ήταν πάντοτε και είναι και θα είναι φωτιά πάντα ζώσα,
που ανάβει με μέτρο και σβήνει με μέτρο.

Γι’αυτόν τον κόσμο μας πληροφορεί ότι:

1. Είναι ίδιος με όλους τους άλλους.
2. Δεν τον κατασκεύασε κανένας θεός ή άνθρωπος.
3. Ήταν πάντοτε και είναι και θα είναι.
4. Αυτός ο κόσμος που πάντα κινείται, αφού ήταν πάντοτε και είναι και θα είναι, μοιάζει με φωτιά πάντα ζωντανή, και
5. αυτή η ζωντανή φωτιά, με την οποία παρομοιάζεται αυτός ο κόσμος, ανάβει με μέτρο και σβήνει με μέτρο.

Ο κόσμος, λοιπόν, κατά τον Ηράκλειτο, είναι σαν φωτιά που παραμένει
πάντοτε ζωντανή, μια φωτιά που μπορεί συνεχώς να μεταβάλλεται όπως όλες οι φωτιές, άλλοτε να θεριεύει, άλλοτε να μικραίνει, αλλά χωρίς ποτέ να σβήνει τελείως, αφού ο κόσμος υπάρχει πάντοτε.

Αυτή η φωτιά της παρομοίωσης, είναι πάντα ζώσα όπως ο κόσμος ήταν πάντοτε, είναι και θα είναι.

Ο Werner Heisenberg, τόσους αιώνες μετά, αναγνωρίζει πόσο η σκέψη του Ηράκλειτου πλησιάζει ενορατικά την σύγχρονη φυσική. Γράφει στο βιβλίο του “Physics and Philosophy”:
« Μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι η σύγχρονη φυσική είναι με κάποιο τρόπο υπερβολικά πλησίον στις πεποιθήσεις του Ηράκλειτου.
Εάν αντικαταστήσουμε την λέξη «φωτιά» με την λέξη «ενέργεια», σχεδόν μπορούμε να επαναλάβουμε τις θέσεις του λέξη προς λέξη από τη σύγχρονη άποψή μας », (Περ. 30).

Ο Ηράκλειτος υποστηρίζει, πως η ψυχή είναι κάτι περίπου ασώματο αλλά υλικό, που μετά τον θάνατο του ανθρώπου και των άλλων έμβιων όντων παύει να υπάρχει, μετατρέπεται πάλι σε κάτι άλλο από το οποίο προήλθε.

Για τον Ηράκλειτο αυτό είναι το νερό.

Η θεωρία της αθανασίας της ψυχής, είναι τελείως ακατανόητη για τη λογική του Ηράκλειτου (Περ. 36).

Για τον Ηράκλειτο, ο θάνατος της ψυχής όταν μεταβάλλεται
σε νερό είναι πλήρης, όπως και ο θάνατος κάθε ζωντανού όντος ως φυσικό άτομο.

Η επόμενη ψυχή που παράγεται από το νερό, είναι κάτι τελείως καινούριο και όχι κάποια άλλη ψυχή που έχει προηγουμένως πεθάνει και τώρα αναγεννάται διατηρώντας την ατομικότητά της (Περ.36).

Ο Ηράκλειτος έχει τον δικό του τρόπο θεώρησης του κόσμου
που είναι βασικά διαφορετικός από των υπολοίπων φιλοσόφων, αφού γνωρίζει πως ο κόσμος υπάρχει πάντα και δεν έχει αρχή (Περ. 40).

Ηράκλειτος: « Ένα είναι το σοφό που πρέπει να γνωρίζει ο
άνθρωπος : πως όλα κυβερνώνται από όλα » (Περ. 41).

Το «ένα σοφό» για τον Ηράκλειτο είναι ότι «όλα κυβερνώνται από όλα».

Εάν αυτό αποτελεί σχέδιο ή σκέψη κάποιας θεότητας ή είναι η θεότητα και θέλουμε να του δώσουμε κάποιο όνομα, αυτό μπορεί να είναι το όνομα «Ζεύς».
Αρκεί με το όνομα να εννοούμε τη γνώμη πως «όλα κυβερνώνται από όλα», αλλά όχι την γνώμη πως «η θεότητα» ή κάποια «φρόνηση» κυβερνά τα πάντα, όπως νομίζει ο Πλούταρχος και τόσοι άλλοι.
Εάν κάτι άλλο καταλαβαίνουμε με το όνομα, τότε βέβαια δεν μπορούμε να το αποκαλούμε «Ζεύς» ή με το όνομα οποιασδήποτε θεότητας.

Ο Ηράκλειτος εννοεί ως θεότητα την ενότητα του κόσμου η οποία αναγκαία απαιτεί την αλληλεξάρτηση των πάντων από τα πάντα ώστε ο κόσμος να είναι ένας .

Ο Ηράκλειτος δεν δέχεται πως μόνο κάποια θεότητα έχει την ικανότητα να κυβερνά «τα πάντα δια πάντων», επιτυγχάνοντας την ενότητα, ούτε πως εξισώνει την έννοια της θεότητας με το «πυρ αείζωον» της περικοπής 30 ή τον «λόγον» της περικοπής 1.

Με την περικοπή 32, ο Ηράκλειτος λέει ότι θα μπορούσαμε να ονομάσουμε με το όνομα κάποιας θεότητας το σχέδιο ή / και την ενυπάρχουσα στον κόσμο τάξη που οφείλεται στο γεγονός ότι στον κόσμο, που αποτελεί ενότητα, τα πάντα κυβερνώνται από τα πάντα.

Στην περικοπή 108, προφανώς μιλώντας πάλι για το ίδιο «σοφόν», σημειώνει ότι το σοφόν είναι χωρισμένο από τα πάντα.

Επομένως θα μπορούσε να του αποδοθεί το όνομα κάποιας θεότητας αν και δεν φαίνεται να το θεωρεί απαραίτητο από τον τρόπο που έχει συντάξει την περικοπή 32 (Περ. 41).

Η άποψη της θεότητας που κυβερνά τα πάντα όπως οι θεοί του Ολύμπου– που τόσο απεχθάνεται ο Ηράκλειτος– καθώς και οι ύστεροι θεοί άλλων θρησκειών, φαίνεται να ενυπάρχει αταβιστικά στην ανθρώπινη φύση, αλλά όχι στη φύση του Ηράκλειτου (Περ. 41).

(Αταβισμός: Βιολογικό φαινόμενο που κληρονομείται από πρόγονο που απέχει δύο ή περισσότερες γενεές πριν).

ΥΓ.: Αγαπητοί φίλοι στο επόμενο μήνυμά μου ολοκληρώνεται η περιληπτική ενότητα που αφορά τις μεταφυσικές τοποθετήσεις του Ηράκλειτου.

Φιλικά

Κηφεύς

Ου τα πάντα τοις πάσι ρητά.

18/04/2008, 21:19:37
Αγαπητοί φίλοι

Συνέχεια των Μεταφυσικών απόψεων του Ηράκλειτου:

«Πόλεμος πάντων πατήρ».

Περικοπή 53: πόλεμος πάντων μεν πατήρ έστι, πάντων δε
βασιλεύς, και τους μεν θεούς έδειξε τους δε ανθρώπους, τους μεν δούλους εποίησε τους δε ελεύθερους.

Μετάφραση Περικοπής 53: Ο πόλεμος είναι βέβαια των πάντων πατέρας, αλλά και των πάντων βασιλιάς, και άλλους απέδειξε ως θεούς άλλους όμως ως ανθρώπους, άλλους έκανε δούλους άλλους όμως ελεύθερους.

Ο άνθρωπος που έχει πεισθεί ότι για τον θεό δεν υπάρχει κακό
και καλό, δίκαιο και άδικο –(Περ. 102), ο άνθρωπος που παρατηρεί ότι ο θεός είναι ημέρα - νύχτα, χειμώνας - καλοκαίρι, πόλεμος - ειρήνη και όλα τα άλλα αντίθετα –(Περ. 67), ο άνθρωπος που σημειώνει ότι «μεταβάλλον αναπαύεται» –(Περ. 84a), μπορεί και οφείλει να επισημάνει ότι «πολεμώντας ειρηνεύει».

Αυτό εννοεί όταν γράφει: «πόλεμος πάντων πατήρ έστι», αφού όσα συμβαίνουν, ακόμη και σε εποχές που ο άνθρωπος θεωρεί ως περιόδους ειρήνης, στην πραγματικότητα αποτελούν και αυτές εναρμόνιση αντιθέσεων.

Εάν η θέση του Ηράκλειτου σχετικά ακόμη και με τον κοινό πόλεμο ήταν διαφορετική, η φιλοσοφική του θεώρηση δεν θα ήταν συνεπής (Περ. 53).

«Έν πάντα είναι», παρ’ όλο που «πάντα κατ’ έρινγίγνεσθαι» (Περ.54).


Κατά την σύγχρονη φυσική θεώρηση, αυτό το έργο της φωτιάς έχουν αναλάβει οι τέσσερις μορφές ενέργειας που συγκροτούν την βάση της
τάξης που επικρατεί στον φυσικό κόσμο.

Και στις δύο περιπτώσεις ο Ηράκλειτος χρησιμοποιεί τις έννοιες της «δίκης» και της «φωτιάς» μεταφορικά για να περιγράψει ό,τι οφείλει να συμβεί στις πράξεις του ανθρώπου και στις μεταβολές της φύσης όταν οι πρώτες ή οι δεύτερες δεν γίνονται σύμφωνα με την κοσμική τάξη.

Ο φυσικός κόσμος όμως – και η πράξη των ανθρώπων ως μέρος του φυσικού κόσμου – υπόκειται στην αναγκαιότητα των φυσικών κανόνων που δεν επιτρέπουν διατάραξη της τάξης (Περ. 66).

Η ΘΕΟΤΗΤΑ, κατά τον Ηράκλειτο, ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΚΑΜΙΑ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΙΣ ΓΡΑΦΙΚΕΣ ΘΕΟΤΗΤΕΣ ΤΩΝ ΣΥΓΧΡΟΝΩΝ ΤΟΥ , ΟΥΤΕ ΜΕ ΤΙΣ ΥΣΤΕΡΕΣ Ή ΠΡΟΤΕΡΕΣ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΕΣ Ή ΟΧΙ ΘΕΟΤΗΤΕΣ ΑΛΛΩΝ ΘΡΗΣΚΕΙΩΝ.

Για τον Ηράκλειτο: Ο ΘΕΟΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΣ , ΔΕΝ ΕΦΤΙΑΞΕ ΤΙΠΟΤΕ , ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΚΑΠΟΙΑ ΒΟΥΛΗΣΗ , ΩΣΤΕ ΝΑ ΕΜΠΛΕΚΕΤΑΙ ΜΕ ΤΑ ΣΥΜΒΑΙΝΟΝΤΑ ΣΤΟΝ ΦΥΣΙΚΟ ΚΟΣΜΟ ΑΤΟΜΙΚΑ ΚΑΙ ΚΑΤΑ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ Ή ΝΑ ΚΑΘΟΔΗΓΕΙ ΤΑ ΣΥΜΒΑΙΝΟΝΤΑ ΜΕ ΟΠΟΙΟΝΔΗΠΟΤΕ ΤΡΟΠΟ.

ΘΕΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΤΑΞΗ ΤΟΥ.(Περ.67).

Για τον Ηράκλειτο η ψυχή προέρχεται από τις αναθυμιάσεις
του νερού. Ως ψυχή προσδίδει τις ιδιότητες της ζωής στον άνθρωπο και μετά τον θάνατο επιστρέφει στην υγρή κατάσταση (Περ. 77).

Η φύση της θεότητας για τον Ηράκλειτο είναι ταυτόσημη με
την φύση του κόσμου ως σύνολο και από την παρατηρούμενη φύση του κόσμου συνάγει με την ενορατική λογική του «τας γνώμας του θείου ήθους».

Αυτό είναι το βασικό μήνυμα της φιλοσοφίας του Ηράκλειτου και το νόημα του λόγου του στο παρόν κείμενο (Περ.78).

Το θείο, για τον Ηράκλειτο, δεν είναι ο υπερβατικός Θεός των
θρησκειών, ο δημιουργός του κόσμου, αφού στην περικοπή 30 σαφώς μας πληροφορεί ότι κανένας Θεός δεν έφτιαξε τον κόσμο. Ούτε οι σκέψεις της θεότητας που αναφέρονται στην περικοπή 78 έχουν κάποια σχέση με το είδος των ανθρώπινων σκέψεων, αλλά αποτελούν μόνο την έκφραση της κοσμικής τάξης.

Επομένως το θείο, για τον Ηράκλειτο, είναι η τάξη, ο κόσμος, η επικρατούσα στον κόσμο νομοτέλεια, αφού τα πάντα κυβερνώνται από τα πάντα επαναλαμβάνοντας «μέτρα».

Το θείο είναι η διαπίστωση πως τα πάντα είναι ένα και τα πάντα είναι καλά και αγαθά και δίκαια – (Περ.102) – (Περ. 79).

«Έρις πάντων μήτηρ».

Περικοπή 80: Ειδέναι δε χρη τον πόλεμον εόντα ξυνόν, και δίκην έριν, και γινόμενα πάντα κατ’έριν και χρεών.

Μετάφραση Περικοπής 80: Πρέπει λοιπόν να αναγνωρίζεται ότι ο πόλεμος είναι κοινός, και η δικαιοσύνη διαμάχη, και ότι όλα γίνονται σύμφωνα με την διαμάχη και την ανάγκη.

Ο Ηράκλειτος θέλει να δείξει, στην αρχή της περικοπής, ακριβώς ότι δεν μιλά για τον συνηθισμένο πόλεμο, όπως τον καταλαβαίνουν οι παλαιότεροι ποιητές και οι πολλοί, αλλά για τον πόλεμο και την έριδα, χωρίς τα οποία τίποτε δεν θα συνέβαινε στον κόσμο.

Την έριδα, επομένως, ο Ηράκλειτος δεν την αντιπαραβάλλει, δεν την θεωρεί κάτι αντίθετο προς την δικαιοσύνη. Δεν εντάσσει απλώς τη φράση του στην θεωρία του περί των αντιθέτων, αλλά εκφράζει την γνώμη πως η δικαιοσύνη είναι διαμάχη όπως και ο πόλεμος.

Ο Ηράκλειτος μιλά για το ανθρώπινο δίκαιο, ώστε να γίνει κατανοητός από τους πολλούς καθώς συγχρόνως προβάλλει την έννοια σε κοσμικό επίπεδο.

Δεν εννοεί απλοϊκά, την διαμάχη μεταξύ των ανθρώπων που τους οδηγεί στην δικαιοσύνη για την λύση των διαφορών τους.

Για τον Ηράκλειτο ο κόσμος δεν έχει «αρχήν» ούτε με την σημασία κάποιου υλικού σώματος από το οποίο τα πάντα προήλθαν, ούτε με την σημασία της αρχικής αιτίας της δημιουργίας του κόσμου, ούτε με την σημασία κάποιας αρχής νοήμονος που διευθετεί και κατευθύνει τα συμβαίνοντα στον κόσμο (Περ. 90).

«Τα πάντα ρει»

Περικοπή 91: ποταμώ γαρ ουκ έστιν εμβήναι δις τω αυτώ
καθ’Ηράκλειτον ουδέ θνητής ουσίας δις άψασθαι κατά έξιν "της αυτής" αλλ’οξύτητι και τάχει μεταβολής σκίδνησι και πάλιν συνάγει (μάλλον δε ουδέ πάλιν ουδ’ύστερον, αλλ’άμα συνίσταται και απολείπε) και πρόσεισι και άπεισι.

Μετάφραση Περικοπής 91: Δεν μπορεί κάποιος να μπει δυο φορές στον ίδιο ποταμό κατά τον Ηράκλειτο, ούτε να αγγίξει δυο φορές θνητή ουσία στην ίδια κατάσταση γιατί από την ξαφνική και γρήγορη αλλαγή διασκορπίζεται και πάλι συναθροίζεται (ή μάλλον ούτε πάλι ούτε ύστερα, αλλά συγχρόνως συνίσταται και εκλείπει) και επέρχεται και απέρχεται.

Ο Πλούταρχος όπως και άλλοι, αποδίδουν ιδιαίτερη σημασία
σε ετούτον τον λόγο του Ηράκλειτου, ίσως γιατί είναι ιστορικά η πρώτη συγκεκριμένη διατύπωση της άποψης πως τα πάντα συνεχώς μεταβάλλονται στην φύση.

Για την θέση του Ηράκλειτου πάνω στο ίδιο θέμα έχει γίνει μνεία στην περ.12 και την περ.49.

Η βασική αυτή θέση της φιλοσοφίας του Ηράκλειτου είναι άλλωστε γνωστή σε πολλούς με την έκφραση «τα πάντα ρει» που ο ίδιος ίσως ποτέ δεν έγραψε, αλλά προέρχεται από κείμενα του Πλάτωνα («Θεαίτητος» και «Κρατύλος»)–(Περ. 91).

Φιλικά

Κηφεύς

Ου τα πάντα τοις πάσι ρητά.

20/04/2008, 22:21:27
Αγαπητοί φίλοι

Κλείνω σήμερα το θέμα του Ηράκλειτου με αυτό το οποίο θεωρώ ότι αποτελεί την Μεταφυσική του θέση:

Περικοπή 101: "εδιζησάμην εμεωυτόν".

Μετάφραση Περικοπής 101: "διερεύνησα εμένα τον ίδιο".

Αυτό είναι το βασικό μήνυμα του Ηράκλειτου και οι δύο λέξεις της παρούσας περικοπής θα έπρεπε να είναι τόσο γνωστές όσο και οι δύο λέξεις του ναού των Δελφών ("γνώθι σαυτόν"), που τόσο διασυνδέθηκαν με το όνομα του Σωκράτη.

Το μόνο, λοιπόν που μένει για τον άνθρωπο είναι να ψάξει μέσα στον εαυτό του, ώστε να ανακαλύψει τον κοινό λόγο με την χρήση του οποίου θα κατορθώσει να κατανοήσει βασικές αλήθειες:

Έν πάντα είναι – εκ πάντων έν και εξ ενός πάντα – επίστασθαι γνώμην, οτέ η εκυβέρνησε τα πάντα δια πάντων – κόσμον τόνδε, τον αυτόν απάντων, ούτε τις θεών ούτε ανθρώπων εποίησεν, αλλ’ήν αεί και έστιν και έσται πυρ αείζωον, απτόμενον μέτρα και αποσβεννύμενον μέτρα.

Όλοι οι άνθρωποι έχουν τον κοινό νου, "τον ξυνόν λόγον", ώστε να κατανοήσουν όλα αυτά.

Δυστυχώς, όμως, οι πολλοί ζουν σαν να έχουν δική τους γνώση, ακριβώς επειδή δεν αναζήτησαν μέσα τους τον λόγο, αλλά τον αναζητούν έξω από τον εαυτό τους, όπως στα έργα του Ομήρου και του Ησιόδου και τους άλλους μύθους, σε απόψεις που πολλοί επιπόλαιοι πλάθουν.

Οι πολλοί δεν είναι ικανοί οι ίδιοι να αναζητήσουν μέσα τους και να ανακαλύψουν την αλήθεια.

Την γνώση δεν την βρίσκει ο Ηράκλειτος στην πολυμάθεια αλλά την αναζητά μέσα του καθώς προσπαθεί να γνωρίσει τον εαυτό του.

Δεν την επιζητά στην παρατήρηση και για τούτο συχνά μεταφέρει τη γνώση του σαν να ήταν χρησμός.

Τον ενορατικό λόγο αναζητά μέσα του ο Ηράκλειτος.

Βρίσκει έτσι την ευκαιρία, έμμεσα να κατηγορήσει πάλι τους πολλούς
για την άγνοιά τους, όπως κάνει και σε άλλες περικοπές, τις 28, 78, 79, 23.

Πώς δικαιολογεί, όμως, ο ίδιος την δική του υπεροχή;

Έχει την πεποίθηση πως τον λόγο που είναι κοινός για όλους τους ανθρώπους, ο ίδιος κατόρθωσε να τον φέρει στην επιφάνεια, καθώς διερεύνησε τον εαυτό του.

Όλοι μπορούν να πετύχουν το ίδιο ακολουθώντας την δική του μέθοδο, αλλά οι πολλοί δεν ενδιαφέρονται, δεν προσπαθούν, δεν το κατορθώνουν.

Γι΄αυτό ο ίδιος ισχυρίζεται ότι: Οι πολλοί είτε δεν θα τον καταλάβουν καθόλου είτε θα τον καταλάβουν μόνο μερικώς, όπως τον Σωκράτη, είτε θα νομίζουν πως εκφράζει μόνο προσωπικές απόψεις, όπως κάνουν άλλοι "δοκιμώτατοι", (Περ. 28).

Για τον Ηράκλειτο η μέγιστη αρετή είναι ο ορθός τρόπος σκέψης (Περ.112).

ΥΓ.: Από το επόμενο μήνυμα θα αναφερθώ στις Μταφυσικές απόψεις των εκπροσώπων της Ελεατικής Σχολής, ξεκινώντας από τον Ξενοφάνη τον Κολοφώνιο.

Φιλικά

Κηφεύς

Ου τα πάντα τοις πάσι ρητά.

23/04/2008, 00:32:57
Αγαπητοί φίλοι

Οι κύριοι εκπρόσωποι της Ελεατικής φιλοσοφικής Σχολής είναι οι: Ξενοφάνης, Παρμενίδης, Ζήνων και Μέλισσος.
Ας εξετάσουμε πρώτα την μεταφυσική τοποθέτηση του Ξενοφάνη:

Ξενοφάνης ο Κολοφώνιος (570–480 π.Χ).

Καταγόταν από την Ιωνική πόλη της Κολοφώνος της Μικράς Ασίας από την οποία έφυγε κατά το 545 π.Χ. γιατί δεν ανεχόταν τον περσικό ζυγό. Αφού περιπλανήθηκε στην Μεσσήνη, την Κατάνη και τις Συρακούσες, κατέληξε και εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Ελέα της Κάτω Ιταλίας, όπου συμμετείχε στην ίδρυση της Ελεατικής φιλοσοφικής σχολής.

Η φιλοσοφία του Ξενοφάνη είναι κυρίως μεταφυσική και φιλοσοφία πολιτισμού.

Ο πυρήνας της θεολογίας του είναι η καταπολέμηση της λαϊκής αντίληψης περί υπάρξεως πολλών θεών και του θεολογικού ανθρωπομορφισμού.

Κατά τον Ξενοφάνη:

"οι βροτοί δοκέουσι γεννάσθαι θεούς,
την σφετέρην δ’εσθήτα έχειν φωνήν τε δέμας τε".

(οι άνθρωποι νομίζουν ότι οι θεοί γεννήθηκαν και ότι έχουν την ενδυμασία, την φωνή και την μορφή ανθρώπων).

Στην συνηθισμένη αυτή γνώμη για τη γένεση των θεών, ο Ξενοφάνης αντέλεγε ότι αυτοί που πιστεύουν αυτά εξίσου ασεβούν με αυτούς που λέγουν ότι οι θεοί πεθαίνουν.

Αντιθέτως αυτός παραδεχόταν τα εξής:

"Είς θεός, εν τε θεοίσι και ανθρώποισι μέγιστος,
ούτι δέμας θνητοίσιν ομοίιος ουδέ νόημα".

(Ένας θεός υπάρχει, μέγιστος μεταξύ θεών και ανθρώπων, και ούτε το σώμα του ούτε ο νους του είναι όμοιος με τους θνητούς.

Ο θεός αυτός:

"ούλος ορά , ούλος δε νοεί , ούλος δε τ’ακούει".

(Είναι όλος οφθαλμός, όλος πνεύμα, όλος αυτί).

Ο ένας αυτός θεός "απάνευθε, πόνοιο νόου φρενί πάντα κραδαίνει". (χωρίς κόπο διασείει, κραδαίνει τα πάντα με τη δύναμη του πνεύματος). "αεί δ’εν ταυτώ μίμνει κινούμενος ουδέν ουδέ μετέρχεσθαι μιν επιτέπει άλλοτε άλλη" (Πάντοτε μένει εις τον ίδιο χώρο χωρίς καθόλου να κινείται και δεν αρμόζει εις αυτόν να πηγαίνει άλλοτε προς τα εδώ και άλλοτε προς τα εκεί).

Συνεχίζοντας ο Ξενοφάνης την θεολογία του παρατηρεί ότι κανένα δικαίωμα δεν έχομε να αποδίδουμε στους θεούς ανθρώπινη μορφή.

Τον ένα θεό ο Ξενοφάνης ταυτίζει πανθεϊστικά με τον κόσμο.

Την ενότητα του θεού επεκτείνει στην ολότητα των όντων και του κόσμου. Σ’αυτό συμφωνούν οι πιο αξιόπιστες μαρτυρίες των αρχαίων συγγραφέων.

Έτσι ο Πλάτωνας (Σοφιστής 242 d), λέγει ότι η Ελεατική Σχολή, της οποίας ηγείται ο Ξενοφάνης, δοξάζει ότι: "εν είναι το παν»" .

Και ο Αριστοτέλης (Μετά τα φυσικά Α5, 986 β 10) αποδίδει στον Ξενοφάνη την γνώμη ότι το παν είναι μία φύση και κατά ταύτα ούτος είναι ο πρώτος "ενίσας» (αυτός που αποδέχθηκε δηλαδή εν το όν) και αυτός που ταύτισε το εν με τον θεό.

Κατά τον Θεόφραστο και άλλους, ο Ξενοφάνης "το εν τούτο και παν τον θεόν έλεγεν".

Κατά την γνώμη του Ξενοφάνη, μέρος μόνον των αγαθών του πολιτισμού οφείλεται σε υπόδειξη των θεών. Τα περισσότερα τα εφευρίσκουν οι άνθρωποι μόνοι τους.

ΥΓ.: Στο επόμενο μήνυμα θα αναφερθώ στον Παρμενίδη.

Φιλικά

Κηφεύς

Ου τα πάντα τοις πάσι ρητά.