sofovlaks
Νέο ΜέλοςΣυμμετοχή σε θέματα
Πρόσφατα μηνύματα
Διάφανα Κρίνα - Βάλτε Να Πιούμε
Τα όνειρα που βυζάξαμε με της καρδιάς μας το αίμα
πέταξαν και χαθήκανε μες της ζωής το ρέμα.
Μα τάχα εμείς παντοτινά τ' άφθαστα θα ζητούμε;
Βάλτε να πιούμε.
Τα περασμένα σβήσανε, το τώρα δε θα μείνει
τροφή των χοίρων έγιναν και οι πιο λευκοί μας κρίνοι
μα τάχα πρέπει τους νεκρούς αιώνια να θρηνούμε;
Βάλτε να πιούμε.
Αδέλφια κάτω η βάρκα μας στο μόλο μας προσμένει
Ελάτε οι ταξιδιάριδες να πιούμε συναγμένοι
στο περιγιάλι το φαιδρό κι ας γλεντοτραγουδούμε
Βάλτε να πιούμε.
Τάχατε κι όποιος δε μεθά κι όποιος δεν τραγουδήσει
κι όποιος στ' αγκάθια περπατά μια μέρα δεν θ' αφήσει
τ' αγαπημένο μας νησί που έτσι γερά πατούμε
Βάλτε να πιούμε.
Πες μας που πάει ο άνθρωπος τον κόσμο σαν αφήνει
πες μας που πάει ο άνεμος, που πάει η φωτιά σαν σβήνει
σκιές ονείρων είμαστε, σύννεφα που περνούμε
Βάλτε να πιούμε.
Στο ξέχειλο ποτήρι μας είναι όλα εκεί γραμμένα
Καπνοί 'ναι τα μελλούμενα κι αφρός τα περασμένα
καπνός κι αφρός το γέλιο μας κι εμείς που τραγουδούμε
Βάλτε να πιούμε.
Ακουσε δε βιαζόμαστε να φύγουμε βαρκάρη
μα σαν είναι ώρα γνέψε μας, δε σου ζητούμε χάρη
μα όσο να φύγεις πρόσμενε κι αν θέλεις σε κερνούμε
Βάλτε να πιούμε.
Edited by - sofovlaks on 09/12/2005 03:02:55
Μες την ζωή δρόμοι ανοίγονται σωρό
κι όποιον γουστάρεις τον τραβάς κι όπου σε βγάλει
μα είναι κι ένα μονοπάτι πονηρό
που πάει ντουγρού στην κατηφόρα την μεγάλη.
Μα εγώ δεν το ’δα τράβηξα αμέσως εκεί πέρα
ήτανε σούρουπο και μπέρδεψα την νύχτα με την μέρα
βλέπεις δεν μου ’δωσε κανείς για φυλαχτό φεγγάρι κι ήλιο
ούτε κουβέντα δεν μοιράστηκα με φίλο.
Πήρα των ομματιών μου κι έδεσα την μοναξιά μου
κάτω απ’ τα πόδια μου να σέρνεται μπροστά μου
για να τη βλέπω σε ολάκερο το ταξίδι
να σπαρταράει μπροστά μου σαν το φίδι.
Και πήρα σε μια βραδιά το πονηρό το μονοπάτι
χωρίς να ξέρω, γιατί απλά γύρευα κάτι
να μου ταιριάζει στην φωτιά να μην τρομάζει
κι όταν πονάει δυνατά να μη φωνάζει.
Να βολεύεται κι αυτό με τα λίγα κοντά μου
έτσι κι αλλιώς μαζί μου έχω μοναχά την γκαντεμιά μου
γιατί δεν θέλω τίποτα να με τρατάρεις τύχη
τον κανακάρη σου τον κλέψαν οι στίχοι.
Θα την πετάξω στο χώμα να νοιώσει την γη
θα της φορέσω αγκάθια πάνω στην πληγή
θα της τυλίξω με φλόγες όλο το κορμί
για να ’μαι μόνος ξανά στην κακιά την στιγμή.
Μα δε βαριέσαι άλλοι χτίζουν στην άμμο παλάτια
κι άλλοι πέφτουν στης ζωής τα πονηρά τα μονοπάτια
άλλοι φτιάχνουν ζωή, άλλοι την παίρνουν με δόσεις
κι αν είσαι απ’ αυτούς κοίτα να ξεχρεώσεις.
Εγώ όμως που είχα πει πολλά με πνίγουν οι στίχοι
τσαμπουκαλεύτηκα για τα καλά ρε με την τύχη
κοίταξα από την μία κι ήταν τίγκα στα φώτα
φάνταζε ωραία, μα όταν με πήραν τα χνώτα.
Έμοιαζε με την μυρουδιά μιας πόρνης κυριλέ
και οι φωνές μου θυμίζανε παιδιά σε χαβαλέ
κοίταξα κι απ’ την άλλη και τίποτα δεν είδα
κι είπα τύχη μου γουστάρω που μου ’στησες παγίδα.
Εκεί στο σκοτάδι να την χωθούμε οι δυο μας
και που ξέρεις μπορεί να ’ναι το γραφτό μας
να μείνω μόνος για των όπλων την τιμή
να περιμένω την κακιά την στιγμή.
“Δώσ’ μου ένα όνειρο να κρατηθώ”
Βλέπω τα πάντα να εξελίσσονται με την ταχύτητα του φωτός
ανήμπορος να αντιδράσω, παρατηρητής απλός
νιώθω να είμαι σ’ αυτό το θέατρο που λέγεται ζωή
να ζει κανείς ή να μη ζει ιδού η απορία η γνωστή
σκληρός κόσμος, χωρίς αισθήματα, παντού τα χρήματα
στέλνω μηνύματα, βάζω προβλήματα
βλέπω τα θύματα να πέφτουν ένα – ένα στο κενό
μα ‘γω μέσ’ από στίχους σκάβω το τούνελ της σκέψης βρίσκω διέξοδο
μοιάζει να είναι εύκολο, έτσι εκφράζομαι εγώ, ποτέ μην το ξεχνάς αυτό.
Ίσως να έχω κάνει λάθος που κάποιος δεν έχει συγχωρέσει
ίσως όντως να έχω φταίξει και μη νομίζεις πως μ’ αρέσει
Όπως και να ‘χει, πάντα μαθαίνω από τα δικά μου λάθη
σε συμβουλεύω να κάνεις το ίδιο αν θέλεις ελπίδα να υπάρχει
κι αν τα ‘χεις παρατήσει, δεν τα ‘χεις καταφέρει
κάπου θα καταλήξει σου λέω κανείς δεν ξέρει
Εξαρτάται από ‘σενα και μόνο βασίσου λοιπόν στις δικές σου τις δυνάμεις
πίστεψε στον εαυτό σου το σωστό αν θες να κάνεις.
“Δώσ’ μου ένα όνειρο να κρατηθώ”
Απεγνωσμένα γι’ άλλη μια φορά να ψάχνω τη λύση
και με λυγμούς και με στίχους είναι σα να ‘χω νικήσει
πες μου για πόσα χρόνια τ’ όνειρο μπορεί να ζήσει
μακριά απ’ το φόβο, πριν ο χρόνος χτυπήσει.
Βλέπω, λοιπόν, τα πάντα να χάνονται, μόνη κατάληξη να ‘ναι η άνοιξη
όμως για ‘μενα υπάρχει η μουσική σαν επίγειος παράδεισος
να με λυτρώνει και να με σώνει κάθε φορά που κάτι μ’ αγχώνει
φτάνει μονάχα μια νότα σου λέω κι απαλύνονται οι πόνοι
όμως παγώνει η σκέψη μου βλέποντας πάλι το χρόνο σιγά – σιγά να τελειώνει
και στο πέρασμα του τα πάντα να σαρώνει
βλέπεις κανείς δε γλιτώνει, στο τέλος μένουμε μόνοι
και τότε είναι που ο χρόνος τις αναμνήσεις συγκεντρώνει
ρωτάς γιατί και πώς, το ξέρω, το μυαλό σου δεν αντέχει
κάνε το γρήγορα σύμμαχό σου κι ας το ελεύθερο να τρέχει
δεν είναι εύκολο, το ξέρω, μα πρέπει γρήγορα και πάλι να δράσεις
μόνος σου μπορείς να βρεις μια λύση, μόνος σου μπορείς να ξεπεράσεις
κάθε σου φόβο, μαζί με τον τρόμο
να βλέπεις το όνειρο να πέφτει απ’ το θρόνο
πέφτω, ματώνω, το βλέμμα σηκώνω
και βλέπω το χρόνο μαζί με το φόβο
μου κλείνουν το δρόμο, μ’ αφήνουν να λιώνω
αντικρίζω τον πόνο, τις πληγές μου οχυρώνω
δυνάμεις συγκεντρώνω, αφήστε με μόνο…
“Δώσ’ μου ένα όνειρο να κρατηθώ”
Απεγνωσμένα γι’ άλλη μια φορά να ψάχνω τη λύση
και με λυγμούς και με στίχους είναι σα να ‘χω νικήσει
πες μου για πόσα χρόνια τ’ όνειρο μπορεί να ζήσει
μακριά απ’ το φόβο, πριν ο χρόνος χτυπήσει.
Είδα τα χέρια μου βαμμένα από το δικό σου αίμα
Έμεινα αποσβωλομένος να κοιτάω το ακίνητό σου βλέμμα
Μεταξύ αγάπης και μίσους υπάρχει μια λεπτή γραμμή
Μερικοί σαν κι εμένα την περνάνε και πάνε και πιο κει
Χρόνια ήμουνα το θύμα, τι ειρωνεία, τώρα θύτης
Μα ακόμα και νεκρή, πιο πολύ πάλι θα μου λείπεις
Το υποσυνείδητό μου να φωνάζει “ήταν η κακιά στιγμή”
Κι όσα έζησα μαζί σου περνούν μπροστά μου απ’ την αρχή
Σε είδα πάλι να ξεσπάς σε μένα χωρίς λόγο και αιτία
Να με ταπεινώνεις συχνά, σα να ‘σαι εθισμένη στη μοιχεία
Τόση κοροϊδία το μυαλό μου δεν μπόρεσε να αντέξει
Δεν παραδέχτηκες τα λάθη σου, δεν είπες ποτέ ούτε μια λέξη
Όμως εσύ όπλισες το τρεμάμενό μου χέρι
Δε θυμάμαι τώρα πια αν ήταν πιστόλι ή μαχαίρι
Η μορφή του δικαστή να φωνάζει δις-ισόβια για μένα
Κι εγώ να σκέφτομαι μονάχα πώς θα ζω χωρίς εσένα
~ ~ ~ ~ ~ ~
Και στο εφετείο η ποινή μειώθηκε σ’ εξήντα έτη
Κι ακούω ακόμα τον ήχο που κάνει το άψυχο σώμα όταν πέφτει
Κάποτε τα ‘χαμε όλα μα δε σου ήμουν αρκετός
Γιατί δε μ’ άφησες να φύγω όταν ήταν ακόμα καιρός
Κι όμως με ήθελες εκεί, υπηρέτη στον εγωισμό σου
Άλλη μια επιτυχία στον άρρωστο ναρκισσισμό σου
Ποτέ δεν ανήκες σ’ εμένα κι εγώ να ‘μαι πάντα δικός σου
Σα να ‘ναι η πίστη κι η αγάπη ο χειρότερος εχθρός σου
Μα η ψυχή πονάει πιο πολύ απ’ ότι τ’ αλάτι στην πληγή
Και νιώθω ακόμα να μ’ εκδικείσαι κι ας μην είσαι στη ζωή
Και θα ‘χω πάντα εφιάλτες μέσα σ’ αυτό το υγρό κελί
Με μόνιμο πρωταγωνιστή τη ματωμένη σου μορφή
Κι αφού δε μου μένει άλλη λύση ας με συγχωρήσει ο Θεός
Αυτό που δεν έκανες εσύ, ίσως να κάνει κάποτε αυτός
Και σαν τελευταία επιθυμία και πριν περάσω τη θηλιά στο λαιμό
Και πριν πετάξει η ψυχή μου να ψελλίσω πάλι σ’ αγαπώ…
Απ’ το κακό μου ριζαριό,
βράζω βοτάνι στο καιρό,
να τον γητέψω να χαρώ.
Είναι από φύτεμα γυρτό,
που λαχταράει να δει ουρανό,
σα κυπαρίσσι στο γκρεμό.
Πρωί και βράδυ και πρωί
μία σελήνη ακροβατεί
κι ένας βλαμμένος ήλιος.
Στης μέρας το λεπτό σκοινί
στεγνώνουν οι άλλοι μου εαυτοί
και παραμένω ίδιος.
Σεμνότητα ποιότητα,
η τέλεια παρεξήγηση
μια σιωπηλή αφήγηση
στα μάτια σου ανασαίνει.
Την παίρνω και την τραγουδώ,
τη καθρεφτίζω στο κενό,
σ’ ένα επάγγελμα μισό,
η ιστορία σου τρέμει.
Το πιο θλιμμένο μου σουξέ,
που δε με πρόδωσε ποτέ
με παίρνει από το χέρι.
Με ξεναγεί στο πουθενά,
στης Λευκωσίας τα στενά
κι όλο με κοροϊδεύει.
Πρωί και βράδυ και πρωί
μία σελήνη ακροβατεί
κι ένας βλαμμένος ήλιος.
Στης μέρας το λεπτό σκοινί
στεγνώνουν οι άλλοι μου εαυτοί
και παραμένω ίδιος.
Αγάπες και παινέματα
μια σκοτεινή υπόθεση·
μοναδική σου υπόσχεση
το φως στο πρόσωπό σου.
Κι αν θες να πεις πως μ’ αγαπάς,
πες το στον εαυτό σου
και πάψε να με τυραννάς
με το αγαπηταριό σου.
Αλκίνοος Ιωαννίδης - Active Member
Αραγε θα θυμάται κάποιος τ' όνομά μας
της ζωής μας τα εξαίσια φεγγάρια
τα πάθη μας, τις λύπες, τα δεινά μας.
Αραγε υπήρξαμε ποτέ; Στα όνειρά μας!